Ο Νίκος Καζαντάκης, στο βιβλίο του «Αδερφοφάδες», που αναφέρεται στη σκληρή περίοδο του εμφύλιου σπαραγμού στην Ελλάδα, γράφει κάπου: «Δεν υπάρχουν ιδέες -υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες- κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».
Tου Θάνου Σταθόπουλου
Πόσο επίκαιρη είναι αυτή η φράση του σήμερα, καθώς η υπό εξέλιξη οικονομική κρίση αποκαλύπτει, σε όλη την τραγική της διάσταση, την έλλειψη πραγματικά μεγάλων προσωπικοτήτων. Πόσο μικροί αποδεικνύονται οι δήθεν ηγέτες στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στον κόσμο ολόκληρο, μπροστά στις αδηφάγες βουλήσεις των αγορών, που οι ίδιοι συντηρούσαν χρόνια τώρα, μα πλέον δεν μπορούν να ελέγξουν!
Ο «συναγερμός» που έχει ήδη ηχήσει στο οικονομικό μέτωπο μπορεί να πρωτακούστηκε στην Αθήνα, αλλά σήμερα -το αποδέχονται πλέον οι περισσότεροι- αφορά στο σύνολο της ευρωπαϊκής ηπείρου και ακόμη περισσότερο. Κι αν απειλείται και διακυβεύεται κάτι σημαντικό στην παρούσα περίοδο, αυτό δεν είναι η οικονομική επιβίωση της Ελλάδας, αλλά η πολιτική επιβίωση της Ευρώπης. Το ζήτημα δεν είναι αν θα διασφαλιστεί η παραμονή της χώρας μας στην Ευρωζώνη κι αν θα διασωθεί το ευρώ, αλλά εάν η οικονομική ενοποίηση των Ευρωπαίων αρκεί για να κρατήσει ενωμένα τα -διαφορετικών ταχυτήτων και συμφερόντων- κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Χρόνια τώρα, ορισμένοι αναλυτές, πολιτικοί, οικονομολόγοι και άλλοι, προειδοποιούσαν ότι για όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παρέμενε ως ένα οικονομικό «κλαμπ», με μέλη που τα ενώνουν μόνο οι δεσμοί χρήματος, δεν θα μπορούσε να μακροημερεύσει. Ωστόσο, οποιαδήποτε προσπάθεια έγινε για να αποκτήσει αυτή η Ένωση κάποια συνεκτικά πολιτικά στοιχεία έπεσε στο κενό, αποκαλύπτοντας πόσο βαθιά ριζωμένες είναι οι διαφορές των επιμέρους κρατών-μελών. Διαφορές που εντείνονταν όσο ο αριθμός των χωρών που εισχωρούσαν στο «κλαμπ» αυξανόταν.
Βέβαια, όσο οι νόμοι της αγοράς ικανοποιούνταν και τα οικονομικά συμφέροντα -ιδιαίτερα του αποκαλούμενου ως «σκληρού πυρήνα» της Ε.Ε.- εξυπηρετούνταν, ουδείς ανησυχούσε και οι όποιες φωνές σκεπτικισμού αποδεικνύονταν «φωνή βοώντος εν τη ερήμω». Τα οικονομικά επιτελεία των χωρών-μελών κατάρτιζαν σχέδια επί χάρτου, η πολιτική παραμεριζόταν -όταν δεν υποτασσόταν πλήρως στα κελεύσματα των αγορών- και οι αριθμοί ευημερούσαν εις βάρος όλο και μεγαλύτερων κοινωνικών στρωμάτων, που βυθίζονταν, αργά αλλά σταθερά, σε ένα τέλμα επίπλαστης ευμάρειας.
Για ένα διάστημα, ένα μεγάλο τμήμα της μεσοαστικής τάξης στην Ευρώπη (και στην Ελλάδα ακόμη περισσότερο) αισθάνθηκε ότι μπορεί να μετατραπεί εν μια νυκτί σε άρχουσα οικονομική τάξη. Ο νεοπλουτισμός έφθασε στο… φόρτε του, μόνο που στηριζόταν σε έναν ολοένα και αυξανόμενο τραπεζικό δανεισμό. Τα πάντα μεγάλωναν με εξωφρενικό ρυθμό. Τα σπίτια, τα εξοχικά, τα αυτοκίνητα, τα σκάφη.
Και όσο πολλαπλασιάζονταν οι επιθυμίες, τόσο χανόταν το μέτρο, από δανειστές και δανειζόμενους. Είναι ενδεικτικό ότι, μόλις λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει η μεγάλη κρίση στην ελληνική οικονομία, όταν ρωτούσες τραπεζίτες για το επίπεδο δανεισμού των ελληνικών νοικοκυριών, σε καθησύχαζαν λέγοντας ότι αυτός είναι πολύ χαμηλότερος σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Είναι οι ίδιοι τραπεζίτες που σήμερα αγωνιούν μήπως αυτά ακριβώς τα δάνεια «τινάξουν στον αέρα» τα θεμέλια πάνω στα οποία έκτισαν τις τραπεζικές αυτοκρατορίες τους.
Φυσικά, υπάρχουν κι αυτοί που υποστηρίζουν ότι οι τράπεζες ποτέ δε χάνουν και -με τον έναν ή τον άλλον τρόπο- θα πάρουν πίσω τα χρωστούμενα. Ουδείς διαφωνεί με αυτό, αρκεί να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκριθεί στο χρέος του. Δηλαδή, να έχει τουλάχιστον μια δουλειά που να του εξασφαλίζει εκείνο το εισόδημα που θα πληρώνει τη δόση του δανείου του. Εάν αυτό δε συμβαίνει, τότε οποιαδήποτε άλλη λύση μόνο ζημία συνεπάγεται για τον δανειστή.
Είναι αυτό το επιτυχημένο ανέκδοτο που λέει ότι, όταν χρωστάς 5.000 ευρώ στην τράπεζα έχεις μεγάλο πρόβλημα μαζί της, αλλά εάν χρωστάς 5.000.000 ευρώ, τότε αυτή έχει μεγάλο πρόβλημα μαζί σου…
Εδώ που έφθασαν τα πράγματα, οι λύσεις μοιάζουν να δυσκολεύουν και ο χρόνος να πιέζει ασφυκτικά. Κι αυτό γιατί στη χώρα μας το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ιδιωτικό χρέος, αλλά επεκτείνεται και στο κρατικό. Ακριβώς όσο αστόχαστα λειτούργησαν πολλά νοικοκυριά, δανειζόμενα πολύ πάνω από τις δυνατότητές τους, άλλο τόσο αστόχαστα λειτούργησε το σύνολο του κράτους. Υπερδανείστηκε, σπατάλησε τα χρήματα που πήρε σε μη παραγωγικές εργασίες και τώρα αδυνατεί να επιστρέψει τα χρωστούμενα.
Από την άλλη, οι δανειστές του, ενώ μέχρι σήμερα κέρδιζαν σημαντικά οφέλη από τον ελληνικό υπερδανεισμό, τώρα, τρομοκρατημένοι διαπιστώνουν ότι η «αγελάδα» μπορεί και να «τινάξει», χωρίς να προλάβουν να την «αρμέξουν» ως το τέλος.
Μπορούν οι αγορές να βρουν την άκρη μόνες τους και να αποκαταστήσουν τη διαταραγμένη οικονομική ισορροπία; Θα καταφέρει το «αόρατο χέρι» της οικονομίας να ρυθμίσει τα ελληνικά και ευρωπαϊκά χρέη, χωρίς να οδηγηθούμε σε «ντόμινο» πτωχεύσεων; Και κυρίως, είναι όλα αυτά κατορθωτά χωρίς να προκληθούν ακραίες κοινωνικές εντάσεις;
Όσοι σπεύσουν να απαντήσουν θετικά στα παραπάνω ερωτήματα, είτε δεν έχουν ιδέα για τη λειτουργία των μαζών, είτε αυταπατώνται ότι πλέον με τους «δείκτες», τις «τεχνικές αναλύσεις» και «εκθέσεις αξιολόγησης» μπορούν να επιβληθούν απόλυτα πάνω στις κοινωνίες. Η πανευρωπαϊκή απουσία ισχυρών ηγετών, που να μπορούν να «προσπεράσουν» τις αγορές και να δώσουν πολιτικές λύσεις στα σημερινά οικονομικά αδιέξοδα, δεν λειτουργεί υπέρ των σημερινών πολιτικών. Απεναντίας, επιταχύνει εκείνες τις διαδικασίες που θα οδηγήσουν, μετά τη βίαιη οικονομική προσαρμογή των μαζών, στη βίαιη αλλαγή του σημερινού πολιτικού σκηνικού.
Υπάρχει τεράστια συσσώρευση πίεσης και θυμού στο κοινωνικό σύνολο και αυτή δεν μπορεί να μείνει για πολύ καιρό χωρίς εκτόνωση. Αν σύντομα δεν σπεύσουν κάποιοι να σηκώσουν τη βαλβίδα διαφυγής, ώστε να εκτονωθεί μέρος της έντασης, η έκρηξη δεν θα αργήσει…







































































































