Ξυπόλητοι στα αποκαΐδια σου… ΕΛΛΑΔΑ ΕΛΛΑΔA
Πού πήγαν οι ώρες, πού πήγαν οι μέρες, πού πήγαν τα χρόνια,
φωτιά στα Χαυτεία, καπνιά στην Αιόλου, βρωμιά στην Ομόνοια,
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ, Ρενώ και Τογιότα
σε λίγο νυχτώνει, στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα,
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα,
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου, Ελλάδα Ελλάδα!
ΠεριΓράφει η Θέμις Μαυραντή
Πού πήγες Αφρούλα, του ονείρου λουλούδι, πού πήγες Ελένη,
κρυφές αμαρτίες της άχρωμης μέρας το φως δεν ξεπλένει,
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες,
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σα στρείδια, σα βδέλες,
για ένα τριάρι, για λίγη βενζίνα, για μια φασολάδα,
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου, Ελλάδα Ελλάδα!
Πού πήγες αγάπη παράδεισε πρώτε πού πήγες ελπίδα,
περάσαν οι μέρες, περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα,
ατρόμητους άντρες σοφούς κυβερνήτες μεγάλους αντάρτες,
να σπάζουνε πύλες να ρίχνουνε τείχη ν’ αλλάζουνε στράτες,
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η μπόρα λιακάδα
πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου, Ελλάδα Ελλάδα!
Με τη φωνή του Νίκου Γκάτσου να μας απαγγέλλει το ποίημά του «Ελλάδα Ελλάδα», άρχισε η σημερινή μας εκπομπή…
Επειδή, Ανταριασμένοι μου συνοδοιπόροι στο δρόμο της αναζήτησης της εξόδου από τον εθνικό μας λαβύρινθο, είναι ανάγκη, να απαντήσουμε στο ερώτημα του ποιητή: «πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα!», ας το αποτολμήσουμε μέσα από τους 2013 ΟνειρόΚυκλους μαζί, αλλά… ξυπόλητοι με τα σανδάλια στο χέρι σαν τον Σωκράτη!
Αυτό το ζήτημα, θα πρέπει να συνάξει όλους του Έλληνες πολίτες σ’ εκείνην την Εκκλησία του Δήμου, σε κείνα τα «Συμπόσια», σ’ εκείνα τα Θέατρα, όπου η μουσική των λέξεων, διευκόλυνε τον εγκέφαλο να κατανοήσει, την ψυχή να σκιρτήσει, και το νου να αποφασίσει. Και δεν είναι τυχαίο, που η ΜΟΥΣΙΚΗ για την παιδεία των Ελληνοπαίδων στην αρχαία Ελλάδα, ήταν κύριο μάθημα.
Ίσως, επειδή ο ήχος, ως ρυθμός και αρμονία, είναι απολύτως συνυφασμένα (συν+υφασμένα) με τις έννοιες των λέξεων της ελληνικής γλώσσας. Η δε μουσική, απέρρεε από τον τονισμό τους: Οξεία, βαρεία, περισπωμένη, μακρά και βραχέα φωνήεντα, απέδιδαν επακριβώς τους ήχους, με τους οποίους ο Έλληνας άνθρωπος, Ένοιωσε Αλήθειες, Συνομίλησε με τους Θεούς της Γης, Άγγιξε το Θεό του Σύμπαντος Κόσμου, ανίχνευσε ζωή στο «Επέκεινα»…
Ήχοι, που με την έλευση τούτων των ανθελλήνων χρόνων, εξοβελίστηκαν ως άχρηστοι δια του… αρμόδιου Υπουργείου, από τους ευρωπαΐζοντες ηγεμονίσκους της χώρας.
Και δεν υπάρχει χειρότερο για ένα έθνος, από τον μπάσταρδο πολιτικό μανδύα, που πείθει το λαό για την… αυθεντία του!
Με κολοβωμένη λοιπόν την ελληνική γλώσσα, την οποία κάτι «αστέρια» του δημόσιου λόγου που τα ξέρουν όλα (και γι αυτό δεν θέλουν να μάθουν) την κάνουν ακόμα πιο ίσωμα απ’ ό,τι την έκαναν οι υπουργοί τους, και μη αντιλαμβανόμενοι τη διαφορά του πώς και του πού του ποιητή, φτάσαμε στην Ανάγκη, να επιχειρούμε μια κάποια απάντηση στο ερώτημά του:
«Πώς τα ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα!».







































































































