Γράφει η Αδαμαντία Τριάρχη Μακρυγιάννη
Φιλόλογος
Ο Λάμπρος Πορφύρας γεννήθηκε το 1879 στη Χίο, αλλά χάρισε στον Πειραιά την υπερηφάνεια ότι ήταν Πειραιώτης, αφού έζησε όλα τα χρόνια του στην πολιτεία του Σαρωνικού.
Αθόρυβη η ζωή του, αλλά δεν τον εμπόδισε να ενταχθεί στην εποχή του, ως μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Ήταν συνομιλητής του μεταρρυθμιστή της Εκπαίδευσης Αλέξανδρου Δελμούζου και υποστήριζε τον μετριοπαθή δημοτικισμό.
Φιγούρα λεπτή και μοναχική, περπατούσε αργά στις ακτές του Πειραιά και τα βράδια, σε κάποια παραλιακή ταβέρνα, έπινε το κρασάκι του παρέα με ανθρώπους της βιοπάλης. Ποτέ δεν τους είπε πει ότι έγραφε ποίηση, για να μην ξεχωρίζει από την απλή ζωή τους.
Έφηβος ξεκίνησε από τον Σολωμό, όπως φαίνεται και από την επιλογή δύο σολωμικών τίτλων, για να συνθέσει το λογοτεχνικό του ονοματεπώνυμο. Παρακολουθούσε την ευρωπαϊκή ποίηση και έκλινε προς τους Γάλλους συμβολιστές ποιητές, χωρίς να χάσει την ατομικότητά του.
Σήμερα η ποιητική διαδρομή του θα μπορούσε να εγγραφεί σε ένα ντοκιμαντέρ αργού ρυθμού, όπου θα εναλλάσσονταν εικόνες της φύσης και της καθημερινής ζωής, φωτεινές και σκοτεινές, που συχνά θα αναδύονταν από την αχλύ ειλικρινούς μελαγχολίας και θα συνοδεύονταν από εσωτερική διακριτική μουσική υπόκρουση, από το αόρατο χέρι του ποιητή.
Οι στίχοι του συχνά μιλούσαν για τη «θλιμμένη ζωή» της εποχής του και της ευαίσθητης ψυχής του, καταλήγοντας κάποτε σε αυθόρμητο ελεγειακό κλάμα, όπως στο δραματικό ποίημα Lacrimae rerum, – Δάκρυα των πραγμάτων:
…. τα πράγματα που αγιάσανε τα χέρια σου
αρχίζουν ένα κλάμα … κι ένα κλάμα…
Η μουσικότητα των, άψογης επεξεργασίας, στίχων του είναι αισθητή, σε βαθμό πολύ ανώτερο από εκείνον των συναδέλφων τους. Τα ποιήματα «Δέηση για την ψυχή του Παπαδιαμάντη», «Βράδυ σ’ ένα χωριό» και άλλα, μας ταξιδεύουν σε έναν κόσμο ευγένειας και ομορφιάς, που μόνον η πραγματική ποίηση προσφέρει. Το 1920 εξέδωσε την ποιητική συλλογή του «Σκιές» και το 1934, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε η συλλογή «Μουσικές φωνές». Και οι τίτλοι μιλούν για τον άνθρωπο…
Από την προτομή του στη Φρεαττύδα του Πειραιά, αγναντεύει τη ζωή και τη θάλασσα, στο εξής με γαλήνη, από την αγάπη των συναδέλφων του, του αναγνωστικού κοινού και του Δήμου Πειραιά, που έδωσε το όνομά του στην πλατεία του ωραίου θαλασσινού προαστίου.
Συνοδευτικά ποιήματα
Το ταξίδι
Όνειρο απίστευτο η λιόχαρη μέρα. Κι εγώ κι η Αννούλα,
λίγοι παλιοί σύντροφοί μου και κάποιες κοπέλες μαζί,
μπήκαμε μέσα σε μια γαλανή, μεθυσμένη βαρκούλα,
μπήκαμε μέσα και πάμε μακριά στης Χαράς το νησί.
Ούτ’ ένα σύννεφο ούτ’ ένας μαύρος καπνός στον αγέρα.
Πλάι μας στήθη ερωτιάρικα κι άσπροι χιονάτοι λαιμοί.
Φως στα μαλλιά τα ξανθά, φως στο πέλαγο, φως πέρα ως πέρα:
Μα ποιος πήγε ποτέ του μακριά στης Χαράς το νησί;
Ω! Τι με νοιάζει κι αν πάμε ως εκεί; Τί με νοιάζει; Γελάει
η γλυκιά συντροφιά μου, γελάει η θλιμμένη ζωή,
στ’ άπειρο μέσα κυλάμε· κι η Αννούλα τρελλά τραγουδάει:
Όπου και να ’ναι μακριά, θα φανεί της Χαράς το νησί …
(Από τη συλλογή «Σκιές»)
Παλιά αυλή*
Τα σκλαβωμένα σου εξεχείλιαζαν μαλλιά,
φτωχούλα μου, απ’ το μαύρο σου μαντίλι
κι η χειμωνιάτικη το χάϊδευε αντηλιά,
χλωμή, σαν απ’ αρρώστου αχνό καντήλι.
Κάτω απ’ τη μαραμένη μας κληματαριά
το χέρι σου στο χέρι μου ακουμπούσε·
κι ήταν η μόνη πεταλούδα απ’ το βοριά
που εσώθη και στον ήλιο ακόμα ζούσε.
Δάκρυα από λόγια δεν εβγαίνανε πικρά
να πούνε το θλιμμένο χωρισμό μας.
Μ’ εκοίταζες βουβή, και τα ξερά
κλωνάρια μόνο ελέγαν τον καημό μας.
Κοντά μας κι η μανούλα σου η γριά, σκυφτή,
μαυροντυμένη, δίπλα εκεί στη θύρα,
αχ, έτσι όπως στεκότανε βουβή κι’ αυτή,
του χωρισμού μας έμοιαζε τη Μοίρα
(Από τη συλλογή «Σκιές»)
* Αυτό το ποίημα ίσως είχε γραφεί για την αφανή σύντροφο της ζωής του ποιητή.
Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα
Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου
σε μι’ άκρη, τώρα πού ’ρθανε ξανά τα πρωτοβρόχια,
πιε το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,
μ’ ανθρώπους που βασάνισε κι η θάλασσα κι η φτώχεια.
Πιε το. Η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει,
που αν έρθει η Μοίρα σου η κακιά να της χαμογελάσεις.
Καημοί καινούριοι αν έρθουνε, να πεις να πιουν κι εκείνοι,
κι αν έρθει ο Χάρος ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις.
(Από τη συλλογή «Μουσικές Φωνές»)





































































































