Γράφει η Αδαμαντία Τριάρχη Μακρυγιάννη
Φιλόλογος
Η αναφορά στο μεγάλο ασκητή της Ασίζης, ξυπνά μια συγκινημένη εκτίμηση· διότι, αν και υποφωτισμένη η μορφή του στον τόπο μας, συνδέεται με μεγάλη αγάπη για τον Άνθρωπο.
Στον κόσμο της Καθολικής Εκκλησίας, ο άγιος Φραγκίσκος αποτελεί σημείο αναφοράς, με ενδιαφέρουσα παρουσία στα έργα ιστορικών συγγραφέων και καλλιτεχνών.
Μυθιστορηματική βιογραφία του και από το Νίκο Καζαντζάκη, δημοσιεύτηκε το 1955, δύο χρόνια πριν «φύγει» ο συγγραφέας της Κρήτης. Ένα κράμα ιστορικής πραγματικότητας, φιλοσοφικών στοχασμών και ποιητικής αύρας, με τη γνωστή αφηγηματική δύναμη του μεγάλου της συγγραφής. Τιτλοφορείται «Ο Φτωχούλης του Θεού». Το 2026 αποδίδεται τιμή στα 800 χρόνια από την κοίμησή του.
Γεννήθηκε στην Ασίζη, το 1181 ή 1182, ευνοημένος από μεγάλο οικογενειακό πλούτο. Το 1198 και το 1202 πολέμησε για την πατρίδα του εναντίον των Γερμανών και εξόριστων ευγενών της Ασίζης, παρέμεινε δε ένα χρόνο στην αιχμαλωσία. Κατά τη διάρκειά της, μία ασθένεια οδήγησε σε αμφισβήτηση της ζωής του. Εν τούτοις, επιστρέφοντας στην Ασίζη, συνέχισε τις θορυβώδεις διασκεδάσεις του.
Τελικά όμως, είναι ισχυρός ο ψυχικός κλονισμός, μη βλέποντας ουσιαστικό φως στη ζωή του. Αναζητά ένα ΝΟΗΜΑ ΖΩΗΣ και η σκέψη του στρέφεται στο Θεό. Συγκινείται από το Ιερό Ευαγγέλιο, από τους ουράνιους θησαυρούς του Ιησού Χριστού και των μαθητών του, χωρίς καμία σχέση με το χρήμα. Με χρήματα όμως, του πατέρα του, φροντίζει να επισκευαστεί το ετοιμόρροπο παρεκκλήσι του Αγίου Δαμιανού.
Η σύγκρουση με τον πατέρα, που ακολούθησε, έχει δραματική κατάληξη. Ο Φραγκίσκος γκρεμίζει τη σχέση με την οικογένεια και το σπίτι του και αλλάζει τελείως τον τρόπο της ζωής του. Φορά έναν πολυμπαλωμένο μανδύα, κυκλοφορεί ανυπόδητος και πεινασμένος, θέλει να είναι φτωχός και, ελεύθερος από υλικά αγαθά, αναζητεί το φανέρωμα του Θεού.
Αγαπά τους πάντες και τα πάντα: αγαθούς και κακούς, υγιείς και άρρωστους και όλα τα πλάσματα της φύσης. Φοβάται μόνο την πιθανή συνάντησή του με χανσενικούς, δηλαδή με λεπρούς.
Και ένας λεπρός τον πλησιάζει στο δρόμο. Δεν φεύγει ο Φραγκίσκος. Με δύναμη ψυχής, φιλά το σπαραγμένο από την αρρώστια πρόσωπο του διαβάτη. Τον κλείνει στην αγκαλιά του, σκεπασμένο με το μανδύα και κατευθύνεται σε κάποιο ειδικό νοσοκομείο. Κάποια στιγμή, αισθάνεται μόνο τα χέρια του κάτω από το μανδύα…
Ο λεπρός ανεπαισθήτως, είχε εξαφανιστεί! Ήταν ο Ιησούς Χριστός, ο ίδιος, κατάλαβε ο ασκητής, είχε έλθει με τη φρικτή όψη ενός άρρωστου. Και ο Φραγκίσκος αντίκρισε το Θεό, που αναζητούσε. Στο εξής θα έβλεπε το Θεό στο πρόσωπο κάθε αδύναμου. Και η μεταστροφή της ζωής του ήταν οριστική.
Επιδιώκει να μιλά στον κόσμο και ζητεί Αγάπη και Ειρήνη μεταξύ όλων των ανθρώπων. Δεν είναι ιερέας, για να κηρύττει με δόγματα, ως απλός διάκονος μιλά παρακλητικά. Εύχεται τη σωτηρία των ανθρώπων, προβάλλει την προσπάθεια να «βλέπουν το Θεό» που είναι δυνατή, όταν περιφρονούν το χρήμα. Υμνεί απλά το ιδανικό της φτώχειας, το δρόμο για τους ουράνιους θησαυρούς. Διδάσκει και με τον φτωχικό τρόπο της ζωής του.
Ζει σε σπηλιές, με στοιχειώδη συντήρηση, υπομένει τον παγερό χειμώνα. Απαγορεύει να του ανάψουν φωτιά, αφού, έστω και ένας άνθρωπος του κόσμου τρέμει από το κρύο.
Πού βρίσκεται αυτή η δύναμη, το καταλαβαίνουμε. Θέλει και αυτός να είναι «Ο φτωχούλης του Θεού», σύμφωνα πάντα με το Ευαγγέλιο. Ίσως όμως, πρόκειται και για κάποια αντίδραση. Κάποιοι σύγχρονοί του, ασυγκίνητοι, συσσωρεύουν μεγάλο πλούτο, σύμφωνα με τη νέα οικονομία, που εμφανίζεται στην εποχή, τη χρηματική οικονομία (13ος αιώνας μ.Χ.).
Ο ευαίσθητος ασκητής δεν πρέπει να συγχωρεί μια ζωή, δοσμένη στο χρήμα.
Μετά τις αρχικές αποδοκιμασίες του αυστηρού του κηρύγματος, αρχίζουν να τον ακολουθούν μαθητές, ακόμη και γυναίκες, που ζουν μακριά από τον κόσμο. Με το πέρασμα του χρόνου σχηματίζονται τρία τάγματα. Οι μαθητές διδάσκουν την άγια φτώχεια, την αγάπη και την άγια υπομονή στην Ιταλία και σε ευρωπαϊκά κράτη. Οι προσευχές του Φραγκίσκου εισακούονται.
Εξαντλημένος αφήνει την επίγεια ζωή, 44 ετών, στην Ασίζη. Τιμημένος όσο ζούσε, τιμημένη και η μνήμη του. Ο μεγάλος Δάντης πίστευε ότι η Ασίζη έπρεπε να ονομάζεται Ανατολή, επειδή γέννησε τον Φραγκίσκο. Προσέφερε έμπνευση για έργα μουσικών, μεταξύ των οποίων ο Λιστ, ο Ολιβιέ Μεσσιάν και ο δικός μας Θάνος Μικρούτσικος. Στο δίσκο του «Εμπάργκο», ερμηνεύει ένα τραγούδι για τον «Άι Φραγκίσκο» η Μαρία Δημητριάδη. Και όποιος επιθυμεί να πλησιάσει το πνεύμα του ξεχωριστού της Ασίζης, μακάρι να βρει το σχετικό αριστουργηματικό φίλμ του Ροσελίνι, σε συνεργασία με τον Φελίνι για το σενάριο.
Πάντως, ένα προβληματισμένο κοινό θα συγκινηθεί κυρίως από την ανένδοτη καταδίκη του χρήματος, που εκπροσωπεί ο Φραγκίσκος. Χωρίς αμφιβολία έχει απόλυτο δίκιο.
«Ουδέν γάρ ανθρώποισιν οίον άργυρος / κακόν νόμισμ’ έβλαστε». «Κανένας για τους ανθρώπους, όπως το χρήμα / κακός δεσμός δεν δημιουργήθηκε», είχε γράψει ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη του!
Και σήμερα, εάν μπορούσε να μας μιλήσει ο καθολικός άγιος, με μεγαλύτερη δύναμη θα κατηγορούσε τα οικονομικά συμφέροντα. Διότι όχι μόνον διαφθείρουν, αλλά και κάθε μέρα σκοτώνουν στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.
Η αδελφοσύνη του Φραγκίσκου με όλα τα πλάσματα της φύσης
Ο ασκητής της Ασίζης έκθαμβος αντικρίζει τα πάντα στη φύση – ακόμα και ένα πράσινο φύλλο θαύμα το θεωρεί. Ιδιαίτερα αγαπά τα παιδιά του φτερωτού κόσμου, γι’ αυτό και συχνά εικονογραφείται κρατώντας στο χέρι έναν μικρό φτερωτό άγγελο. Μαγευτική η αντάμωσή του με ένα σμάρι πουλιών – διαβάζουμε στον «Φτωχούλη του Θεού»: «Στράφηκε στα πουλιά, έσκυψε με ανοιχτές αγκάλες κι άρχισε να κηρύχνει: Αδέρφια μου πουλιά, ο
Πατέρας των πουλιών και των ανθρώπων πολύ σας αγαπάει και το ξέρετε, γι’ αυτό, όταν πίνετε νερό, σηκώνετε σε κάθε ρουφιά το κεφαλάκι σας στον ουρανό και τον ευχαριστείτε. Κι όταν χτυπήσει ο ήλιος το πρωί, το στηθάκι σας, γεμίζετε τραγούδι, πετάτε από κλαρί σε κλαρί και δοξολογάτε το Θεό, που στέλνει τον ήλιο, τα πράσινα δέντρα και το τραγούδι…».
Χιλιοτραγουδημένος ο Ήλιος από τα βάθη του χρόνου. Ένας μεταρρυθμιστής Φαραώ είχε ξεπεράσει τους Αρχαίους Έλληνες σε έμπνευση, ο Αμένοφις ο Δ’ ή Ακενατόν, επιβάλλοντας ως μοναδική θεότητα της χώρας του τον Ήλιο. Μετά το θάνατό του έσβησε η μεταρρύθμιση.
Είχε αφήσει όμως, με σφηνοειδή γραφή τον ύμνο στο δημοκρατικό θεό της Αγάπης: «Ύμνος του Φαραώ Ακενατόν προς τον Ατόν Ήλιο… Όταν υψώνεσαι στον ανατολικό ορίζοντα των ουρανών, / πλημμυρίζεις την κάθε χώρα με την ομορφιά σου, / γιατί είσαι ωραίος, μεγάλος αστραφτερός, ψηλά πάνω από τη γη / Οι ακτίνες του ζώνουν τις χώρες που ‘χεις δημιουργήσει / κι όλες τις συνεπαίρνεις αιχμάλωτες, τυφλωμένες από την ομορφιά σου…».
Μετά από πολλά χρόνια, ο ταπεινός ασκητής μιας ιταλικής πόλης, ο Φραγκίσκος, περιέλαβε στην πνευματική του διαθήκη, το 1224, τον «Ύμνο στον Αδελφό Ήλιο» – Cantico di Frate Sole». Γραμμένο στα ιταλικά, όχι στα λατινικά, τον μετέφρασε ο Νίκος Καζαντζάκης:
« – Δοξασμένος να’ σαι, ω Κύριε, με όλα Σου τα πλάσματα / και ξέχωρα για τον αδελφό τον Ήλιο, / που μας φέρνει τη μέρα και η χάρη του μας φωτίζει / και που είναι όμορφος, αστραφτερός και με τη μεγάλη του λάμψη μαρτυράει για Σένα, Ύψιστε! / Δοξασμένος να ’σαι και για την αδελφή Σελήνη / και τ’ άστρα που δημιούργησες στον Ουρανό …».
Ο Ερνέστ Ρενάν θεωρούσε τον Ύμνο στον αδελφό Ήλιο το ωραιότερο θρησκευτικό δημιούργημα μετά το Ευαγγέλιο. Το 1979, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ ανακήρυξε τον ποιητή της Ασίζης ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ. Το 2015 ο Πάπας Φραγκίσκος απέστειλε την περίφημη εγκύκλιό του «Laudato Si», σχετικά με την οικολογική κρίση και τη φροντίδα του κοινού μας οίκου, εμπνευσμένη από τον Ύμνο του Φραγκίσκου.
Στα χρόνια μας, ο Ήλιος ατενίζει τις βαθιές πληγές του πλανήτη, λόγω της κλιματικής κρίσης και πρέπει να είναι δύσκολη η γραφή ενός ύμνου της φύσης. Απευθύνεται όμως, διαχρονικά, στον καθένα χωριστά, μια άγια παραίνεση του Άγιου Φραγκίσκου της Ασίζης: «… εφτά πατωσιές έχει η γης, εφτά πατωσιές ο ουρανός, και το Θεό δεν τον χωράνε. Μα η καρδιά του ανθρώπου τον χωράει. Το νου σας λοιπόν, μην πληγώσετε την καρδιά του ανθρώπου, γιατί μπορεί να πληγώσετε το Θεό».
Σημειώσεις
1. Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Ο Άγιος Φραγκίσκος οδηγός της ανθρωπότητας». Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13-9-2026
2. Το διαδίκτυο παρέχει πλούτο πληροφοριών για τον Άγιο Φραγκίσκο και τη βιογραφία του από τον Νίκο Καζαντζάκη.








































































































