Γράφει η Βάια Μανώλη
Επόπτρια Ποιότητας Εκπαίδευσης ΔΠΕ Αρκαδίας
Tο συγκεκριμένο πρόγραμμα αποτελείται από έξι διαφορετικές επιμορφωτικές δράσεις κάτω από τον τίτλο – ομπρέλα και εστίαση σε διαφορετικές χώρες.
Τα ζητήματα που εξετάζονται σχετίζονται με την πρόσφατη ιστορία κάθε τόπου και τον τρόπο με τον οποίο αυτή αναπαρίσταται στις τοπικές κουλτούρες μνήμης.
Υλοποιείται από το European Youth Education and Meeting Weimar /EJBW και τους διεθνείς εταίρους του από 12 ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι στιγμής οι δράσεις έχουν ολοκληρωθεί σε Γερμανία (Μάρτιος 2025), Κροατία (Σεπτέμβριος 2025), Τσεχική Δημοκρατία (Μάρτιος 2026) και ακολουθούν Ελλάδα (Οκτώβριος 2026), Πορτογαλία, Σερβία και Βουλγαρία (2027).
Απευθύνεται σε επαγγελματίες και εκπαιδευτικούς που ασχολούνται με τη διδασκαλία της (πρόσφατης) ιστορίας και της εκπαίδευσης των νέων και μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές στις ομάδες τους. Φιλοδοξεί να προσφέρει μια πλατφόρμα διαλόγου μεταξύ επαγγελματιών από διάφορους τομείς της δημόσιας ιστορίας, φέρνοντας σε επαφή εκπροσώπους μουσείων, χώρων μνήμης και δημόσιων ιδρυμάτων, καθώς και καθηγητές ιστορίας, ακαδημαϊκούς και λέκτορες που ασχολούνται με την ιστορία και την πολιτική αγωγή, εργαζόμενους στον χώρο της νεολαίας, εκπαιδευτές πολιτικής αγωγής, εκπαιδευτές και φορείς της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της μη τυπικής εκπαίδευσης.
Κάθε επιμορφωτική δράση έχει ως στόχο τη διασύνδεση τεσσάρων βασικών διαστάσεων:
–
Να διερευνήσει πώς τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα αναπαρίστανται σε τοπικές, περιφερειακές και εθνικές κουλτούρες μνήμης.
–
Να εξετάσει πώς οι παλιές και οι παρούσες κουλτούρες μνήμης επηρεάζουν την πολιτική και κοινωνική δυναμική στις αντίστοιχες χώρες.
–
Να παράσχει πληροφορίες για τις τοπικές πρακτικές της ιστορικής πολιτικής αγωγής.
–
Να δημιουργήσει χώρο για ανταλλαγή, δικτύωση και συνεργασία μεταξύ των συμμετεχόντων για τα συγκεκριμένα ή ανάλογα ζητήματα.

Ο όρος Ευρωπαϊκός Πολιτισμός Μνήμης αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες διαχειρίζονται, ερμηνεύουν και θυμούνται το παρελθόν τους, με ιδιαίτερη έμφαση σε τραυματικά ιστορικά γεγονότα όπως οι παγκόσμιοι πόλεμοι, οι γενοκτονίες, το Ολοκαύτωμα και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα (European Parliament, 2013).
Η Μνήμη είναι άρρηκτα δεμένη με την Ιστορία. Η άνοδος της έννοιας της μνήμης ενίσχυσε την έμφαση στην ταυτότητα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο (Assmann, 2008) αφού μπορεί να λειτουργήσει ως εγγυήτρια της ατομικής ή της συλλογικής ταυτότητας και ανάχωμα στις εξωτερικές επιθέσεις, ως μηχανισμός υπέρβασης των τραυμάτων αλλά και ως ηθικό καθήκον (Eyal, 2004).
Από τη δεκαετία του 1980 όπου και αναδεικνύονται ποικίλες μορφές μνήμης -κοινωνική, συλλογική, ιστορική, δημόσια, πολιτισμική, ψηφιακή- καθώς και των «τόπων μνήμης» (Τζιόβας, 1989), το ενδιαφέρον των ιστορικών στρέφεται στους τρόπους ανάμνησης ως μορφή κοινωνικής και πολιτισμικής πρακτικής και αναγνωρίστηκαν οι ποικίλες συνέπειες του παρελθόντος. Η σύνδεση ιστορικής μνήμης, τραύματος και ενσυναίσθησης οδήγησε και στην εισαγωγή ενός νέου όρου, του «σκοτεινού τουρισμού» (dark tourism), το 1996, ο οποίος αναφέρεται στην τουριστική και μνημονική αξιοποίηση τόπων εγκλεισμού, βασανιστηρίων ή καταστροφών (Foley & Lennon, 1996).
Η συλλογική μνήμη προσεγγίζεται δυναμικά ενισχύοντας την άποψη ότι το παρελθόν δεν είναι κάτι διατηρητέο που απλά παραδίδεται στους επόμενους, αλλά πολιτισμικό δημιούργημα.
Χώροι που σχετίζονται άμεσα με την ιστορία και το παρελθόν αποτελούν και τα μουσεία. Διαφυλάσσουν κατάλοιπα του παρελθόντος και τα εκθέτουν με τρόπους που αποκαλύπτουν ή αφηγούνται την αντικειμενική ιστορία του με βάση την ιστορική αξία των μουσειακών αντικειμένων (Νάκου 2009:13) και, ως κοινωνικές κατασκευές (Pearce, 2002: 356) έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση εθνικών ταυτοτήτων.
Τα μουσεία λειτουργούν ως θησαυροφυλάκια του ανθρώπινου γένους, καθώς αποθηκεύουν τις μνήμες των λαών του κόσμου, τους πολιτισμούς, τα όνειρα και τις ελπίδες τους (Ambrose and Pain, 2006:6).
Στη σύγχρονη εποχή, όπου έχει αποκτήσει αξία και η ανάλυση της καθημερινότητας (Λεμονίδου, 2016:18), τα μουσεία καλούνται να λειτουργήσουν κυρίως ως χώροι διαμεσολάβησης των επισκεπτών με το παρελθόν και το παρόν, ως μέσα εμπειρίας και νοηματοδότησης (Hooper-Greenhill, 2006b).
Η επικράτηση της άποψης ότι κάθε χώρος όπου συμβαίνουν ανθρώπινες δραστηριότητες δεν είναι ένα απλό ουδέτερο σκηνικό αλλά μια κοινωνική κατασκευή, είναι στενά συνδεδεμένη με τη δημιουργία της συλλογικής μνήμης μέσα από ανάλογες δραστηριότητες και βιώματα (Halbeach, 1968).
Στη σημερινή εποχή με την εξέλιξη των Νέων Τεχνολογιών και του Διαδικτύου, δίνεται η δυνατότητα σε κάθε άτομο να συλλέξει στοιχεία, να γράψει τη δική του προσωπική, οικογενειακή κ.ά. ιστορία (Λιάκος, 2011β). Επιπλέον, η εξέλιξη έχει ενισχύσει, περισσότερο από ποτέ, την παραπληροφόρηση και τη διαστρέβλωση: Η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και ο κόσμος ολόκληρος βιώνει σοβαρή απειλή για την κοινωνική κατανόηση και συνοχή λόγω των δυνάμεων που επιδιώκουν να αμφισβητήσουν ή να διαστρεβλώσουν βασικά γεγονότα της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.
Η ανησυχία αυτή μπορεί να σχετίζεται περισσότερο με τη νεότερη γενιά αλλά δεν παύει να αφορά όλες τις ηλικιακές ομάδες και να αποτελεί μια συλλογική πρόκληση. Η ανάγκη να διατηρήσουμε ζωντανή τη μνήμη αλλά και να συζητάμε ανοιχτά το κοινό μας παρελθόν είναι επιτακτική, προκειμένου να αποτραπεί η επανάληψη τραγωδιών.
Η Ευρωπαϊκή Μνήμη συνδέεται θεμελιωδώς με την υλοποίηση και την προστασία των αξιών και των δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναγνωρίζοντας τη σημασία της διατήρησης της ιστορικής μνήμης, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ενθαρρύνει ενεργά τον προβληματισμό σχετικά με τα διδάγματα που αντλήθηκαν και την ακλόνητη υπεράσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αξιών. Η δέσμευση αυτή αντικατοπτρίζεται σε διάφορες πολιτικές πρωτοβουλίες όπως η Στρατηγική της ΕΕ για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού και την ενίσχυση της εβραϊκής ζωής 2021-2030, το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ κατά του ρατσισμού για την περίοδο 2020-2025, το Στρατηγικό Πλαίσιο της ΕΕ για τους Ρομά για την ισότητα, την ένταξη και τη συμμετοχή (πηγή: https://www.eacea.ec.europa.eu/preserving-europes-collective-memory-brighter-future_en).
Επιμορφωτική δράση στην Τσεχική Δημοκρατία

Το σκεπτικό αυτό αποτυπώθηκε στην τρίτη επιμορφωτική δράση που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο 2026 στην Τσεχική Δημοκρατία και η οποία αποσκοπούσε στην ανταλλαγή απόψεων γύρω από την τοπική ιστορία πολιτικής βίας, την καταστολή και την προπαγάνδα, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία αυτή διατηρείται στη μνήμη των τοπικών κοινωνιών.
Οι συμμετέχοντες, 24 άτομα από 11 διαφορετικές χώρες (Βοσνία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Κροατία, Ουγγαρία, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Τσεχία, Φινλανδία) ήταν εκπρόσωποι μουσείων και χώρων μνήμης, δημοσίων Ιδρυμάτων – Πανεπιστημίων, Σχολείων, κ.ά. αλλά και της Κοινωνίας των Πολιτών, άτομα που εμπλέκονται με τη διδασκαλία της Ιστορίας στην τυπική αλλά και τη μη τυπική εκπαίδευση.
Η δράση στην Τσεχική Δημοκρατία αποτέλεσε ένα οδοιπορικό, μια εξερεύνηση σε βασικούς χώρους μνήμης που αντικατοπτρίζουν τη σύνθετη ιστορία της χώρας κατά τον 20ό αιώνα.
Το πρόγραμμα ξεκίνησε στην Πράγα με επίσκεψη στο Νέο Κτίριο του Εθνικού Μουσείου και την Έκθεση History of the 20th Century. Είναι ένα αφιέρωμα στη νεότερη ιστορία της χώρας, καλύπτοντας την περίοδο από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως και την ένταξη της Τσεχίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2004). Στον εκθεσιακό χώρο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε χρονικά ορόσημα με αναφορές σε ποικιλία γεγονότων, σημαντικών προσωπικοτήτων και αντικειμένων. Η χρήση πολυμέσων και οι αναπαραστάσεις – χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εσωτερικά σπιτιών της εποχής, καταστήματα της περιόδου του Μεσοπολέμου, εγκαταστάσεις που σχετίζονται με το κομμουνιστικό καθεστώς, λειτουργούν ενισχυτικά ως προς τη χαρακτηριστική ατμόσφαιρα κάθε εποχής όπως και την εικόνα της αλλαγής στην πολιτική της Τσεχοσλοβακίας και της Τσεχίας κ.ά.
Ακολούθησε περιήγηση στην πόλη με συγκεκριμένη διαδρομή για εξερεύνηση σημείων με ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία της.
Προβληματισμό και πολλή συζήτηση προκάλεσε ο τρόπος διαχείρισης και ανάδειξης (ή μη ανάδειξης) περιοχών με σημασία για συγκεκριμένες κοινότητες.
Lety u Písku Μνημείο των Ρομά και Σίντι

Την επόμενη μέρα, οι συμμετέχοντες ταξίδεψαν στη νότια Βοημία στο Lety u Písku για επίσκεψη στο Μνημείο των Ρομά και Σίντι. Εδώ λειτούργησε το λεγόμενο στρατόπεδο τσιγγάνων μεταξύ 1942 και 1943 που συνδέεται με τον διωγμό τους κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Το Μνημείο είναι ανοιχτό για τους επισκέπτες από τον Μάιο του 2024.
Οι «Ρομά» και «Σίντι» αποτελούν ομάδες του ίδιου πληθυσμού με τον γενικό χαρακτηρισμό «Τσιγγάνοι» που ζουν στην Ευρώπη εδώ και αιώνες. Οι Σίντι βρέθηκαν στην Κεντρική Ευρώπη, μιλούσαν διάλεκτο ρομανί με γερμανικές επιρροές ενώ οι Ρομά αφορούν στο σύνολο του πληθυσμού που μετακινήθηκαν προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη (πηγή: https:// el.wikipedia.org/).
Υπήρξαν θύματα διωγμών, απελάσεων και εξόντωσης από τους Ναζί – γνωστό και ως Ολοκαύτωμα των Ρομά καθώς οι νόμοι κατά των Τσιγγάνων τους είχαν στοχοποιήσει ως «αντικοινωνικούς» πληθυσμούς στη Γερμανία. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν είναι γνωστός, καθώς πολλές οικογένειες θυμάτων δεν ανέφεραν τις απώλειές τους και οι δράστες πρόλαβαν να σβήσουν τα αρχεία των δολοφονιών τους. Η Γερμανία αναγνώρισε τους φυλετικούς λόγους για την απέλαση, τη φυλάκιση και την εξόντωση των Ρομά σε ναζιστικά στρατόπεδα μόλις το 1982 (European Parliamentary Research Service, 2020).
Μετά την περιήγηση ακολούθησε συζήτηση με εκπροσώπους των κοινοτήτων. Βασικά πεδία προβληματισμού η θέση των ιστοριών των μειονοτήτων στη γενικότερη εθνική αφήγηση και η σημασία της ανάδειξής τους.
Στο Πίσεκ εξερευνήθηκαν μέρη με ίχνη ιστορίας ενσωματωμένα στο καθημερινό τοπίο της πόλης που αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες θυμούνται το παρελθόν: Τοποθέτηση μικρών πλακών προς τιμή μεμονωμένων θυμάτων μπροστά στα πρώην σπίτια τους, χώροι με ιδιαίτερη σημασία για μεμονωμένες κοινότητες που τα μέλη τους αποτελούσαν μέρος της ζωής της πόλης αλλά εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος, συγκεκριμένα Μνημεία /Φλαμουριά αφιερωμένο στα θύματα.
Σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί, η μνήμη σχηματίζει ένα δίκτυο τόπων, ιστοριών και συμβόλων που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες θυμούνται το παρελθόν. Αντιπροσωπεύεται με διαφορετικούς τρόπους που αναδεικνύουν και τα διαφορετικά επίπεδα κουλτούρας μνήμης: επίσημοι χώροι μνήμης, μνήμη μιας μεμονωμένης κοινότητας και μικρά κατά τόπους μνημεία.
Ústí nad Labem Μνημείο Τερεζίν
Ακολούθησε η επίσκεψη στο Μνημείο Τερεζίν (παλαιά ονομασία Τερέζιενσταντ), έναν χώρο μνήμης στην περιφέρεια Ústí nad Labem της Τσεχικής Δημοκρατίας. Πρόκειται για φρούριο που είχε χτιστεί από τον αυτοκράτορα Γιόζεφ Β’ στα τέλη του 18ου αιώνα. Μετά την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, τον Μάρτιο του 1939, χρησιμοποιήθηκε από τους Ναζί ως συνδυασμός γκέτο και στρατοπέδου συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αρχικά, προοριζόταν να φιλοξενήσει κρατούμενους από την Τσεχοσλοβακία, αλλά σύντομα άνθρωποι από σχεδόν όλη την Ευρώπη απελάθηκαν εκεί.
Το 1947 αποφασίστηκε να μετατραπεί σε μνημείο για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. (πηγή: https://el.wikipedia.org/).
Όλη η περιοχή έχει σχετιστεί με έναν από τους σημαντικότερους χώρους μνήμης του Ολοκαυτώματος στην Κεντρική Ευρώπη. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι μεταξύ των κρατουμένων βρίσκονταν περίπου 15.000 παιδιά.
Το Μουσείο του Γκέτο του Τερεζίν εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο του 1991 μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, ενώ το κέντρο της πόλης είναι καλά διατηρημένο και προστατεύεται από τον νόμο ως διατηρητέο μνημείο.
Μετά την περιήγηση στους χώρους, έγινε συνάντηση με τους εκπροσώπους του Ιδρύματος. Η συζήτηση εστίασε στις προκλήσεις για την παρουσίαση της ιστορίας της πόλης στο σύγχρονο κοινό. Ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο οι διώξεις και τα βάσανα των Εβραίων πολιτών αναγνωρίζονται και αναδεικνύονται στη δημόσια μνήμη και την εκπαίδευση της Τσεχίας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι αναπαραστάσεις συνεχίζουν να επανεκτιμώνται ενεργά. Οι υπεύθυνοι του Μουσείου μοιράστηκαν τον προβληματισμό τους για τον σχεδιασμό και την προσθήκη κάποιων τμημάτων σε σχέση και με τις αντικρουόμενες απόψεις των πολιτών.
Μουσείο και Έκθεση «Οι Γερμανοί μας»
Το οδοιπορικό ολοκληρώθηκε στην πόλη Ústí nad Labem, όπου οι συμμετέχοντες επισκέφτηκαν το Μουσείο της περιοχής και την έκθεση «Οι Γερμανοί μας» αφιερωμένη στην ιστορία του γερμανόφωνου πληθυσμού στη Βοημία. Η οργανωμένη ξενάγηση ήταν εξαιρετικά κατατοπιστική ενώ η έκθεση ευνοούσε την αλληλεπίδραση των επισκεπτών.
Η πόλη και η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζεται από την αγριότητα των απελάσεων των Γερμανών πολιτών όταν, κατόπιν συμφωνίας των Συμμαχικών Δυνάμεων στο τέλος Μαΐου/ Ιουνίου 1945, οι Τσεχοσλοβάκοι πολιτικοί προετοίμαζαν οδηγίες για την πραγματοποίηση της απέλασης των Γερμανών. Όμως, είχαν ήδη ξεκινήσει απελάσεις αρκετά άγριες καθώς η συσσωρευμένη οργή και η σκληρότητα επικρατούσαν έναντι του διεθνούς δικαίου. Αρκετοί Γερμανοί κάτοικοι εκδιώχτηκαν έχοντας λάβει ειδοποίηση για να προετοιμαστούν σε μόλις 30 λεπτά. Σύμφωνα με καταγραφές υπευθύνων σε βιβλία του Δήμου «Οι Γερμανοί συντρίφθηκαν από την απροσδόκητη έκβαση του πολέμου που οι ίδιοι είχαν εξαπολύσει και, με σπάνιες μόνο εξαιρέσεις, δεν πρόβαλαν αντίσταση». Η περιουσία που άφησαν πίσω τους μαζί με τα κλειδιά του σπιτιού τους, σύντομα παραδόθηκε σε νέους ιδιοκτήτες.
Το κέντρο της πόλης «καθαρίστηκε» από κάθε ίχνος που συνδεόταν με τη γερμανική παρουσία. Σήμερα, η αστική εκκαθάριση του Ústí nad Labem θεωρείται συχνά ως ένα από τα πιο παράλογα παραδείγματα κατεδάφισης στην πρώην Τσεχοσλοβακία, κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος της ιστορικής «παλιάς πόλης» εξαφανίστηκε.
Η συζήτηση με τους υπεύθυνους διοργανωτές αποσκοπούσε στο να προκαλέσει συζήτηση σχετικά με την ιστορία των τσεχογερμανικών σχέσεων και τους τρόπους με τους οποίους η ιστορική κληρονομιά διαμορφώνει τη σύγχρονη κατανόηση της ταυτότητας, του ανήκειν και της συλλογικής ευθύνης.

Κλείνοντας, η επιμορφωτική δράση στην Τσεχία ήταν άρτια οργανωμένη σε όλα τα επίπεδα. Στο σύνολό τους οι επισκέψεις αυτές προσέφεραν σε όλους/ες μια πολύπλευρη προοπτική για το πώς η Τσεχική Δημοκρατία ασχολείται με τη μνήμη του 20ού αιώνα – από το Ολοκαύτωμα και την εμπειρία των μειονοτήτων έως την επανεκτίμηση των εθνικών και διεθνικών αφηγήσεων – υπό το πρίσμα της ευρωπαϊκής κουλτούρας μνήμης.
Ταυτόχρονα υπήρξαν και αρκετές συζητήσεις για την κατάσταση στις υπόλοιπες χώρες.
Τα ζητήματα που αναδείχτηκαν στις συζητήσεις με υπεύθυνους, ειδικούς επιστήμονες και μεταξύ των συμμετεχόντων, αποτέλεσαν πραγματικά τροφή για σκέψη. Ζητήματα όπως η Ιστορία και η Μνήμη, η σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν, ο τρόπος με τον οποίο οι σύγχρονες, πολυπολιτισμικές, κατά βάση, κοινωνίες αναδεικνύουν αλλά και επιλέγουν να διαχειρίζονται το παρελθόν για τη διαμόρφωση της ταυτότητας των πολιτών συνδέθηκαν με την εκπαίδευση των νέων. Ιδιαίτερα προβλημάτισε ο τρόπος ώστε να εμπνευστούν οι πολίτες και ειδικά οι νεότεροι να συμμετέχουν στα κοινά και να δημιουργήσουν μια πιο δίκαιη κοινωνία με την ιστορία να γράφεται για όλους.








































































































