Γράφει ο Γιώργος Τσούκας
Εκπαιδευτικός – συγγραφέας
Ένα περιστατικό που υπερβαίνει τον εαυτό του
Το πρόσφατο περιστατικό έντασης ανάμεσα σε εκπαιδευτικό και γονείς, ανεξάρτητα από τις ακριβείς συνθήκες και τα στοιχεία που οφείλουν να διερευνηθούν αρμόδια και νηφάλια, δεν αποτελεί απλώς ένα μεμονωμένο δυσάρεστο επεισόδιο.
Λειτουργεί ως ηχηρό σύμπτωμα μιας ευρύτερης κοινωνικής δυσφορίας. Από τη μία πλευρά, η συμπεριφορά της εκπαιδευτικού, εφόσον υπήρξε προσβλητική, βίαιη ή παιδαγωγικά ακατάλληλη, χρήζει θεσμικής διερεύνησης και αξιολόγησης. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού δεν επιτρέπει την ταπείνωση, τον εκφοβισμό ή οποιαδήποτε μορφή ψυχικής και σωματικής βίας απέναντι στο παιδί. Από την άλλη, η βίαιη αντίδραση των γονέων και η χειροδικία εναντίον της εκπαιδευτικού δεν μπορούν, σε καμία περίπτωση, να νομιμοποιηθούν ως «γονεϊκή προστασία».
Η υπεράσπιση του παιδιού δεν ταυτίζεται με την εκδίκηση. Η αγωνία ενός γονέα, όσο κατανοητή και αν είναι, δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε δικαίωμα άσκησης βίας. Όταν η βία απαντά στη βία, ή ακόμη και στην υποψία της βίας, το παιδί λαμβάνει ένα επικίνδυνο μάθημα: ότι η δύναμη, η απειλή και ο εξευτελισμός είναι αποδεκτά μέσα επίλυσης των συγκρούσεων.
Η παιδικότητα δεν είναι «αρνητική» – είναι πληγωμένη ή ακάλυπτη
Ο όρος «αρνητική παιδικότητα» μπορεί να αποδώσει την οδυνηρή όψη μιας παιδικής ηλικίας που διαστρεβλώνεται από τη στέρηση, την απόρριψη, την παραμέληση και την κακοποίηση. Χρειάζεται όμως προσοχή: κανένα παιδί δεν είναι «αρνητικό» από τη φύση του. Υπάρχουν παιδιά πληγωμένα, φοβισμένα, θυμωμένα, παραμελημένα, παιδιά που δεν βρήκαν χώρο να ακουστούν και να προστατευθούν. Η παραβατική ή επιθετική συμπεριφορά τους δεν είναι πάντα παρά μια γλώσσα χωρίς λέξεις, ένας δύσκολος τρόπος να εκφραστεί μια ανεκπλήρωτη ανάγκη.
Το παιδί που αποσύρεται σιωπηλά, το παιδί που ξεσπά ανεξέλεγκτα, το παιδί που εκφοβίζει ή που υφίσταται εκφοβισμό, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως «πρόβλημα». Χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι αφηγείται η συμπεριφορά του: έλλειψη ασφάλειας; συναισθηματική μοναξιά; απουσία ορίων; έκθεση σε βίαια πρότυπα; πίεση για επίδοση; κοινωνικό αποκλεισμό; οικογενειακή αστάθεια;
Η παιδική παραβατικότητα και η κακοποίηση δεν είναι φυσικές αποκλίσεις ούτε αναπόφευκτες συνέπειες μιας «κακής γενιάς». Είναι συχνά οι ρωγμές που αποκαλύπτουν μια κοινωνία η οποία αδυνατεί να φροντίσει έγκαιρα τα πιο ευάλωτα μέλη της.
Η γονεϊκότητα της ανυποψίας
Η «ανύποπτη γονεϊκότητα» δεν αφορά μόνο γονείς αδιάφορους ή ψυχρούς. Αφορά συχνά γονείς που αγαπούν τα παιδιά τους, αλλά δεν αντιλαμβάνονται εγκαίρως τις νέες μορφές κινδύνου και πίεσης που αυτά βιώνουν. Γονείς εξαντλημένους από την οικονομική ανασφάλεια, την εργασία, την καθημερινή αγωνία και την έλλειψη υποστηρικτικών δικτύων. Γονείς που μπορεί να πιστεύουν ότι η παροχή υλικών αγαθών αρκεί ή ότι η αυστηρότητα αποτελεί συνώνυμο της φροντίδας.
Η γονεϊκή νοημοσύνη δεν μετριέται από το πόσο δυνατά υπερασπίζεται κανείς το παιδί του δημόσια, αλλά από το πόσο σταθερά το ακούει, το οριοθετεί και το καθοδηγεί καθημερινά. Δεν είναι ανοχή σε όλα, ούτε αυταρχική επιβολή. Είναι η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη και στα όρια, ανάμεσα στην προστασία και στην ενίσχυση της αυτονομίας, ανάμεσα στην εμπιστοσύνη προς το παιδί και στην ειλικρινή διερεύνηση όσων συμβαίνουν.
Ένας υπεύθυνος γονέας δεν υιοθετεί αβασάνιστα ούτε τη μία ούτε την άλλη εκδοχή μιας σύγκρουσης. Ακούει το παιδί του με σεβασμό, ζητεί εξηγήσεις, απευθύνεται στους αρμόδιους θεσμούς, επιδιώκει διάλογο και διεκδικεί δικαιοσύνη χωρίς να καταλύει την αξιοπρέπεια του άλλου.
Το σχολείο ως χώρος ασφάλειας, όχι σύγκρουσης
Το σχολείο δεν είναι απλώς χώρος μετάδοσης γνώσεων. Είναι πεδίο σχέσεων, κοινωνικοποίησης, ορίων και συνύπαρξης. Γι’ αυτό και κάθε πράξη που τραυματίζει την εμπιστοσύνη του παιδιού προς τον εκπαιδευτικό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο εκπαιδευτικός καλείται καθημερινά να λειτουργεί μέσα σε απαιτητικές συνθήκες, συχνά με πολυπληθή τμήματα, ελλιπή υποστήριξη, αυξημένες ανάγκες μαθητών και πίεση από πολλαπλές πλευρές. Αυτές οι δυσκολίες εξηγούν την κόπωση· δεν δικαιολογούν, όμως, τη βίαιη ή υποτιμητική συμπεριφορά.
Αντίστοιχα, η απαξίωση του εκπαιδευτικού από γονείς, η δημόσια διαπόμπευση, οι απειλές και η χειροδικία διαλύουν την παιδαγωγική συμμαχία που είναι αναγκαία για το παιδί. Όταν οι ενήλικες συγκρούονται ως αντίπαλα στρατόπεδα, το παιδί μένει στη μέση: άλλοτε ως τρόπαιο μιας διαμάχης και άλλοτε ως αθέατος μάρτυρας της αποτυχίας των μεγάλων να συνεννοηθούν.
Η σχολική κοινότητα χρειάζεται σαφείς διαδικασίες διαχείρισης παραπόνων, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, επιμόρφωση εκπαιδευτικών στη διαχείριση κρίσεων και ουσιαστικούς διαύλους επικοινωνίας με τις οικογένειες. Η σιωπή δεν προστατεύει το παιδί, αλλά ούτε και η αυτοδικία.
Η κανονικοποίηση της έντασης
Ζούμε σε μια εποχή όπου η ένταση συχνά μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα. Ο επιθετικός λόγος, η άμεση καταδίκη χωρίς διερεύνηση, η εύκολη στοχοποίηση και η διάδοση αποσπασματικών πληροφοριών ενισχύουν μια κουλτούρα βιαστικών αντιδράσεων. Η κοινωνία φαίνεται ολοένα και πιο πρόθυμη να θυμώσει και λιγότερο διαθέσιμη να κατανοήσει.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Προετοιμάζεται από μικρές καθημερινές ανοχές: από την προσβολή που περνά ως «νεύρα», από την απειλή που βαφτίζεται «αγανάκτηση», από την αδιαφορία που παρουσιάζεται ως «ιδιωτική υπόθεση». Τα παιδιά βλέπουν, καταγράφουν και συχνά αναπαράγουν όσα οι ενήλικες θεωρούν ασήμαντα.
Πολιτεία και κοινωνία: η ευθύνη της πρόληψης
Η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται αποκλειστικά στην οικογένεια ή στο σχολείο. Η Πολιτεία οφείλει να στηρίξει έμπρακτα και τους δύο θεσμούς: με υπηρεσίες ψυχικής υγείας προσβάσιμες σε παιδιά και γονείς, με συμβουλευτικούς σταθμούς, με δομές πρόληψης της κακοποίησης, με επαρκή στελέχωση των σχολείων και με συνεχή επιμόρφωση.
Οι πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες δεν δικαιούνται να εμφανίζονται μόνο μετά από κάθε τραγικό περιστατικό, εκφράζοντας αποτροπιασμό. Απαιτείται σταθερή πολιτική πρόληψης και όχι διαχείριση εντυπώσεων. Η προστασία της παιδικής ηλικίας δεν είναι ρητορική ευαισθησία· είναι δείκτης δημοκρατίας, κοινωνικής ωριμότητας και πολιτισμού.
Από την καταδίκη στην ευθύνη
Το συγκεκριμένο επεισόδιο πρέπει να εξεταστεί με αλήθεια, δικαιοσύνη και θεσμική συνέπεια, χωρίς γενικεύσεις που ενοχοποιούν συλλήβδην εκπαιδευτικούς ή γονείς. Η ακατάλληλη συμπεριφορά ενός εκπαιδευτικού δεν εκφράζει το λειτούργημα και την ευαισθησία της εκπαιδευτικής κοινότητας. Η βίαιη αντίδραση ορισμένων γονέων δεν εκφράζει τη γονεϊκή αγάπη ούτε τον υπεύθυνο γονέα.
Ωστόσο, το περιστατικό μάς υποχρεώνει να κοιτάξουμε βαθύτερα: στους «ύποπτους» καιρούς που δημιουργούν ανασφάλεια, θυμό και απομόνωση· στους ανύποπτους ενήλικες που δεν αναγνωρίζουν έγκαιρα τα σημάδια· στα παιδιά που πληρώνουν το κόστος της ανεπάρκειας των μεγάλων. Η πιο ουσιαστική απάντηση δεν είναι η τιμωρία ως μοναδική λύση, αλλά η καλλιέργεια μιας κοινωνίας που προλαμβάνει, ακούει, θέτει όρια και προστατεύει. Μιας κοινωνίας όπου το παιδί δεν θα χρειάζεται να φωνάξει μέσα από το τραύμα του για να γίνει επιτέλους ορατό.








































































































