Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος
Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος
Η διαπραγµάτευση για το νέο Πολυετές ∆ηµοσιονοµικό Πλαίσιο (Π∆Π) της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2028-2034 αποτελεί ίσως τη σηµαντικότερη ευρωπαϊκή πολιτική και οικονοµική διαδικασία της επόµενης διετίας.
Πολύ περισσότερο από µια τεχνική συζήτηση για αριθµούς και ποσοστά, πρόκειται για µια βαθιά πολιτική αντιπαράθεση σχετικά µε το ποια Ευρώπη επιθυµούµε να οικοδοµήσουµε τις επόµενες δεκαετίες και ποιες προτεραιότητες θα χρηµατοδοτηθούν.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται σήµερα να ανταποκριθεί ταυτόχρονα σε πολλαπλές και αλληλένδετες προκλήσεις όπως είναι η ενίσχυση της κοινής άµυνας και ασφάλειας, στη διαχείριση των µεταναστευτικών ροών, στην ενεργειακή µετάβαση, στην τεχνολογική αυτονοµία, στην πράσινη οικονοµία και στη στήριξη της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων απέναντι στις Ηνωµένες Πολιτείες και την Κίνα.
Οι νέες αυτές ανάγκες απαιτούν σηµαντικούς πρόσθετους πόρους. Ωστόσο, αρκετά κράτη µέλη, κυρίως οι λεγόµενες «φειδωλές» χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, αντιδρούν στην αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισµού και επιδιώκουν την ανακατανοµή των υφιστάµενων πόρων, ακόµη και εις βάρος των παραδοσιακών πολιτικών της Συνοχής και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Στον αντίποδα βρίσκονται οι χώρες που συγκροτούν το άτυπο µέτωπο των «φίλων της Συνοχής», οι οποίες θεωρούν ότι η οικονοµική, κοινωνική και περιφερειακή σύγκλιση αποτελεί θεµελιώδη προϋπόθεση για τη συνοχή και τη σταθερότητα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Για την Ελλάδα, το διακύβευµα είναι εξαιρετικά µεγάλο.
Η χώρα µας εξακολουθεί να αντλεί σηµαντικά αναπτυξιακά οφέλη από τα Ταµεία Συνοχής και την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Ένα σηµαντικό µέρος των δηµόσιων επενδύσεων, των έργων υποδοµής, των περιφερειακών αναπτυξιακών προγραµµάτων αλλά και της στήριξης του πρωτογενούς τοµέα εξακολουθεί να συνδέεται άµεσα µε τις ευρωπαϊκές χρηµατοδοτήσεις.
Η ελληνική διαπραγµατευτική στρατηγική οφείλει εποµένως να στηριχθεί σε πέντε βασικούς άξονες:
– Πρώτον, στη διατήρηση ενός ισχυρού προϋπολογισµού για την Πολιτική Συνοχής, µε ιδιαίτερη µέριµνα για τις λιγότερο ανεπτυγµένες περιφέρειες, τις νησιωτικές περιοχές και τις περιοχές µε δηµογραφικές προκλήσεις.
– ∆εύτερον, στην προστασία της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και της εισοδηµατικής στήριξης των πραγµατικών παραγωγών, σε µια περίοδο κατά την οποία το αυξηµένο κόστος παραγωγής και οι επιπτώσεις της κλιµατικής αλλαγής δοκιµάζουν την ευρωπαϊκή γεωργία.
– Τρίτον, στη διεκδίκηση αυξηµένων ευρωπαϊκών πόρων για την άµυνα και την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης, αναγνωρίζοντας τον ιδιαίτερο γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης.
– Τέταρτον, στη δηµιουργία ειδικών χρηµατοδοτικών εργαλείων για τη νησιωτικότητα, την πολιτική προστασία και την προσαρµογή στην κλιµατική κρίση, ζητήµατα που επηρεάζουν δυσανάλογα τη χώρα µας.
– Πέµπτον, στην ενίσχυση των επενδύσεων στην καινοτοµία, στις νέες τεχνολογίες, στην τεχνητή νοηµοσύνη και στην παραγωγική ανασυγκρότηση, ώστε η Ελλάδα να µη βρεθεί απλώς να υπερασπίζεται πόρους του παρελθόντος αλλά να διεκδικήσει ενεργά πόρους του µέλλοντος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και το ενδεχόµενο οι διαπραγµατεύσεις να παραταθούν πέραν του πρώτου εξαµήνου του 2027. Σε αυτήν την περίπτωση, η Ελληνική προεδρία του Συµβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το δεύτερο εξάµηνο του 2027, θα κληθεί να διαχειριστεί µία από τις πλέον σύνθετες και πολιτικά φορτισµένες διαπραγµατεύσεις στην ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η επιτυχής ολοκλήρωση µιας τέτοιας διαδικασίας θα µπορούσε να αναβαθµίσει σηµαντικά το διπλωµατικό και πολιτικό αποτύπωµα της Ελλάδας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να αναδείξει τη χώρα µας σε γέφυρα συνεννόησης µεταξύ Βορρά και Νότου.
Το νέο Πολυετές ∆ηµοσιονοµικό Πλαίσιο δεν αφορά µόνο τους ευρωπαϊκούς θεσµούς ή τις Βρυξέλλες. Αφορά το µέλλον των περιφερειών µας, των αγροτών µας, των επιχειρήσεών µας και τελικά της ίδιας της αναπτυξιακής πορείας της χώρας.
Η Ελλάδα οφείλει να προετοιµαστεί έγκαιρα, µε εθνική στρατηγική, συµµαχίες και σαφείς προτεραιότητες.
∆ιότι στις Βρυξέλλες, όπως συχνά αποδεικνύεται, το µέλλον δεν το διαµορφώνουν όσοι παρακολουθούν τις εξελίξεις, αλλά όσοι συµµετέχουν ενεργά στη διαµόρφωσή τους.








































































































