Γράφει ο Γιάννης Μπεθάνης – Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας Αμαρυσίας – 17/10/2026
Η συνάντηση της ΚΕΔΕ με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου άνοιξε έναν δίαυλο συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών και αναμφίβολα συνιστά ένα θετικό βήμα. Η πρόθεση του υπουργού για στενότερη συνεργασία και πρόταση συγκρότησης κοινών ομάδων εργασίας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να αντιμετωπιστούν προβλήματα που εδώ και καιρό πιέζουν την Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Ωστόσο, η πολιτική αξία μιας συνάντησης δεν κρίνεται μόνο από το καλό κλίμα και τις κοινές δεσμεύσεις, αλλά από τις λύσεις που τελικά παράγει.
Στο επίκεντρο της αναγγελθείσας συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών βρίσκονται ζητήματα που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα των πολιτών: το ενεργειακό κόστος των δημοτικών εγκαταστάσεων, η λειτουργία των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης, η εξοικονόμηση νερού και η διαχείριση των αποβλήτων σε άμεση συνάρτηση με το Τέλος Ταφής.
Δεν πρόκειται για τεχνικές εκκρεμότητες που μπορούν να παραμένουν επ’ αόριστο «χαμένες» σε υπηρεσιακά γραφεία και σε γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Είναι προβλήματα που επιβαρύνουν τους δημοτικούς προϋπολογισμούς και περιορίζουν τη δυνατότητα των Δήμων να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Η πρόταση Παπασταύρου για δύο έως τρεις κοινές ομάδες εργασίας είναι χρήσιμη, αρκεί να μη μετατραπεί σε ακόμη έναν μηχανισμό αναβολής αποφάσεων. Οι ομάδες αυτές οφείλουν να έχουν σαφές αντικείμενο, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Και, κυρίως, πρέπει να συνδεθούν με δεσμευτικές αποφάσεις, διαθέσιμους πόρους και παρεμβάσεις που θα μπορούν να αξιολογηθούν από τους ίδιους τους Δήμους.
Από την πλευρά του, το ΥΠΕΝ έχει την ευκαιρία να αποδείξει ότι αντιλαμβάνεται την Αυτοδιοίκηση όχι ως έναν απλό αποδέκτη κεντρικών αποφάσεων, αλλά ως ισότιμο θεσμικό συνομιλητή. Άλλωστε οι Δήμοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν τις ανάγκες των περιοχών τους και τις συνέπειες κάθε καθυστέρησης. Χρειάζονται, επομένως, ουσιαστικό λόγο στον σχεδιασμό των πολιτικών που καλούνται να εφαρμόσουν.
Ωστόσο και η ΚΕΔΕ οφείλει να παρακολουθεί την πορεία των δεσμεύσεων, να διεκδικεί με τεκμηρίωση και να ενημερώνει με διαφάνεια τους αιρετούς και τους πολίτες για όσα προχωρούν και όσα παραμένουν στάσιμα. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που η Ένωση ακούει δεσμεύσεις και υποσχέσεις από την κεντρική εξουσία που, προϊόντος του χρόνου, όχι μόνο δεν υλοποιήθηκαν, αλλά ουδέποτε ασκήθηκε δυναμική πολιτική πίεση για τη δρομολόγησή τους.
Η αποτίμηση της συνάντησης στο ΥΠΕΝ είναι, αν μη τι άλλο, θετική ως προς την έναρξη μιας πιο οργανωμένης συνεργασίας. Ωστόσο, παραμένουν οι επιφυλάξεις ως προς το αποτέλεσμά της. Πόσω μάλλον όταν βρισκόμαστε σε άτυπη προεκλογική πορεία, με την κυβέρνηση, η οποία πιέζεται στις δημοσκοπήσεις, να έχει ανάγκη να επιδείξει «καλή θέληση» στους δημάρχους που διαμαρτύρονται. Ειδικά όταν η πλειοψηφία τους είναι «γαλάζιοι»…
Εν κατακλείδι, η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν έχει ανάγκη από έναν ακόμη κύκλο καλών προθέσεων. Έχει ανάγκη από λύσεις που θα ενισχύσουν την οικονομική της αντοχή και θα βελτιώσουν τις υπηρεσίες των ΟΤΑ προς τους πολίτες. Στο τέλος της ημέρας, άλλωστε, η επιτυχία μιας συνάντησης δεν μετριέται στις αίθουσες των συσκέψεων, αλλά στην καθημερινότητα των τοπικών κοινωνιών





































































































