Το θεωρούμενο ως κρίσιμο» υπουργικό συμβούλιο της προηγούμενης εβδομάδας έληξε, με πολύ «γενναίες αποφάσεις» από την πλευρά της κυβέρνησης, οι οποίες επί της ουσίας συνοψίζονται στο ότι πρέπει να γίνουν εδώ και τώρα όσα δεν «πρόκαμε» (ή δεν «άντεχε» ή δεν «ήθελε») να κάνει τα προηγούμενα περίπου δύο χρόνια.
Ως και θέματα τα οποία εμφανίζονται «λυμένα», όπως το «άνοιγμα» κλειστών επαγγελμάτων, όπως οι φαρμακοποιοί, οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, οι ιδιοκτήτες φορτηγών δημόσιας χρήσης κ.λπ., ξαναμπαίνουν στο τραπέζι προς «διευθέτηση», καθώς έγινε πανταχόθεν αντιληπτό πως «άνοιγμα» επί της ουσίας δεν υπήρξε ποτέ, απλώς κάποιες ρυθμίσεις για τα «μάτια» της «κακής τρόικας», που -αδιαφορώντας για τα όποια «νομικίστικα» τερτίπια και «συναλλαγές» του εκάστοτε υπουργού- αποφάνθηκε ότι έτσι όπως έχει η κατάσταση, οι στόχοι του μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου δεν πιάνονται, οπότε η όποια νέα δόση του μεσοπρόθεσμου (ή του μνημονίου), απλώς πάει σε ένα βαρέλι δίχως πάτο – κυριολεκτικά πεταμένα λεφτά (που είναι καλύτερα να πάνε απευθείας για τη σωτηρία των τραπεζών οι οποίες είναι εκτεθειμένες στο ελληνικό δημόσιο χρέος, με τη συνακόλουθη «αποπομπή» της Ελλάδας από τον σκληρό πυρήνα του ευρώ, όπως «πιέζουν» στις χώρες τους οι βορειοευρωπαίοι «σκεπτικιστές»).
Κάπως έτσι η «δραματική» συνάντηση του αντιπροέδρου της κυβέρνηση και υπουργού Οικονομικών, Ευάγγελου Βενιζέλου, με την τρόικα, που κατέληξε στην αναχώρησή της χωρίς να ληφθούν αποφάσεις και επικοινωνιακά «εμφανίστηκε» ως «γενναία στάση» της κυβέρνησης, απέναντι στους «κακούς ξένους», που απαιτούν και νέα σκληρά μέτρα εις βάρος του «πολύπαθου -και οπωσδήποτε ‘‘αθώου’’, ακόμη και για το ξεπούλημα της ψήφου του, ελληνικού ‘‘περήφανου’’ λαού»- κατέληξε στο «επιταχύνουμε τις μεταρρυθμίσεις, για να δημιουργήσουμε ευκαιρίες στις επόμενες γενιές των Ελλήνων», με το οποίο ο ρήτορας Βενιζέλος «χρύσωσε το χάπι» για το νέο κύκλο περικοπών (ή «διαρθρωτικών αλλαγών»), που «επιβάλλεται» να γίνουν «άμεσα», το αργότερο ως το τέλος του έτους, καθώς, αφού δεν μπορούμε να έχουμε διά της ανάπτυξης αύξηση των δημοσίων εσόδων, απαιτείται να μειώσουμε πάραυτα το κόστος λειτουργίας του κράτους.
Απαιτείται, λοιπόν: Εκκίνηση των αποκρατικοποιήσεων με στόχο την είσπραξη 1,3 δισ. ευρώ ως το τέλος του έτους. Άμεση μείωση δαπανών στον δημόσιο τομέα, με επέκταση της εργασιακής εφεδρείας, εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου στο Δημόσιο αλλά και στις ΔΕΚΟ χωρίς εξαιρέσεις ή προστατευτικές ρυθμίσεις, άμεση κατάργηση όλων των ανενεργών και άνευ αντικειμένου φορέων του Δημοσίου, έλεγχο του μισθολογικού κόστους στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Επίσης, ζητείται από την τρόικα «πάγωμα» τον επιχορηγήσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς εκτιμούν ότι το συγκεκριμένο κονδύλι του προϋπολογισμού θα υπερβεί το στόχο για το 2011, τουλάχιστον κατά 2 δισ. ευρώ, μείωση των επικουρικών συντάξεων, εξόφληση φαρμακείων και γιατρών από τα ταμεία, ώστε να μη «κρύβουν» δαπάνες.
Φυσικά, όλα αυτά θα έπρεπε ήδη να έχουν γίνει ή δρομολογηθεί όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε διαθέσιμο «πολιτικό κεφάλαιο» στην κοινωνία. Τώρα αυτό φαίνεται (βάσει δημοσκοπήσεων) να έχει εξαντληθεί. Τα σενάρια συγκυβέρνησης, αφού προηγηθούν εκλογές, ολοένα και θα πληθαίνουν. Και στις εκλογές το δίλημμα θα είναι σαφές: «Με τις δυνάμεις του ευρώ ή με τις δυνάμεις της δραχμής;». Κι ο «δίσκος» με το μονότονα επαναλαμβανόμενο σλόγκαν ήδη έχει να παίζει…
Μαρία Ζαρίφη







































































































