Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας Αμαρυσίας – 17/10/2026
Δύο είναι τα παράλληλα μέτωπα στα οποία δοκιμάζονται οι αντοχές της διεθνούς οικονομίας: στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία. Μαζί δοκιμάζονται όμως και οι αντοχές της αμερικανικής διπλωματίας, με τον Ντόναλντ Τραμπ να βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά σύνθετη γεωπολιτική εξίσωση. Η νέα κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο με τις επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία και η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα γύρω από τις προθέσεις της Μόσχας -ιδιαίτερα ύστερα από την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου για συμφωνία του με τον Βλάντιμιρ Πούτιν για τα πετρελαϊκά αποθέματα και τη σιωπή του Κρεμλίνου- συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό, χωρίς ορατή διέξοδο.
ΗΠΑ – Ιράν σε αδιέξοδο
Στη Μέση Ανατολή, είναι ξεκάθαρο πως οι τελευταίες εξελίξεις απομακρύνουν τις προσδοκίες άμεσης αποκλιμάκωσης. Οι επιθέσεις εναντίον εγκαταστάσεων της Saudi Aramco και οι νέες ιρανικές τακτικές στα Στενά του Ορμούζ επαναφέρουν τους φόβους για σοβαρότερη διαταραχή του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού, την ώρα που η τιμή του πετρελαίου παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια. Η Τεχεράνη σταθερά επιχειρεί να αξιοποιήσει τη στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ ως διαπραγματευτικό όπλο, ενώ η Ουάσιγκτον αναζητεί τρόπους περιορισμού των οικονομικών συνεπειών, δίχως όμως να εμφανιστεί ότι υποχωρεί. Σενάρια μάλιστα θέλουν τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να εξετάζουν τη χρήση υπερ-βόμβας κατά του Ιράν, ενώ ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι σκέπτεται το ενδεχόμενο να ζητήσει τη βοήθεια των Τούρκων για την αντιμετώπιση των Χούθι και τη θωράκιση του Ριάντ απέναντι στις επιθέσεις τους.
Αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Μόσχας και Κιέβου
Την ίδια στιγμή, εξίσου θολό παραμένει το τοπίο στην Ουκρανία. Παρά τις κατά καιρούς αναφορές για επανέναρξη διαπραγματεύσεων, η Ρωσία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική πίεση ως βασικό εργαλείο της στρατηγικής της. Οι ουκρανικές υποδομές παραμένουν στόχος επιθέσεων, ενώ η συζήτηση για μια πιθανή εκεχειρία δεν έχει οδηγήσει σε ουσιαστική προσέγγιση Μόσχας και Κιέβου. Η δε αμερικανική απόφαση για προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές diesel, με στόχο την ανακούφιση της διεθνούς αγοράς, είναι ξεκάθαρο πως από μόνη της είναι αντιφατική και συγκρούεται με την επιδίωξη οικονομικής απομόνωσης της Μόσχας. Οι εξελίξεις αυτές όμως δημιουργούν διπλή πίεση στην Ευρώπη, καθώς αφενός αυξάνεται το ενεργειακό κόστος, αφετέρου παραμένει ανοιχτός ο «λογαριασμός» της στρατιωτικής και οικονομικής υποστήριξης προς το Κίεβο.
Η σύνδεση των δύο πολέμων
Με άλλα λόγια, σ’ αυτή τη φάση οι δύο κρίσεις σε Ευρώπη και Περσικό Κόλπο δεν εξελίσσονται ανεξάρτητα. Συνδέονται μέσω της ενέργειας, των κυρώσεων και των αμερικανικών προτεραιοτήτων, ως κρίκοι στην ίδια αλυσίδα της παγκόσμιας οικονομίας. Και όσο οι διπλωματικές πρωτοβουλίες δεν αποδίδουν, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος οι προσωρινές λύσεις να μετατραπούν σε μόνιμη διεθνή αστάθεια, με ό,τι σημαίνει αυτό για την οικονομία και κατ’ επέκταση για την ίδια την κοινωνία, η οποία εισπράττει τις συνέπειες της κρίσης στο κόστος ζωής και την καθημερινότητά της.





































































































