Πες μου κάτι. Σε όλη αυτή την κίνηση υπήρξε, στην ελληνική μουσική, μια συνέχεια, επηρέασε κάποιους;
Βεβαίως. Εγώ πιστεύω πως οι τραγουδοποιοί όπως ο Μαχαιρίτσας, η δεκαετία δηλαδή μετά το ’80, ο Θαλασσινός, πιο μετά ο Μάλαμας, πολλά άλλα παιδιά έχουν επηρεαστεί, όπως και οι συνθέτες του Νέου Κύματος είχαν πάρει στοιχεία από προηγούμενες γενιές, τον Χατζηδάκη, άλλους, ξένους, αλλά και από το ελαφρύ τραγούδι. Εγώ από το ελαφρό ξεκίνησα, αλλά για πολύ λίγο γιατί αμέσως μπήκα στην παρέα του Νέου κύματος. Απλά τότε ο Πατσιφάς, από άποψη αλλά και από οικονομία, αν θες, έκανε τις παραγωγές πιο λιτές, με λίγα όργανα. Πάντως, σαφώς υπήρξε συνέχεια και επηρέασε πολλούς.
Τώρα που είπες ελαφρό… Εγώ, ψάχνοντας για σένα, είδα στο YouTube ένα βιντεάκι που είσαι στα Νέα Ταλέντα του Οικονομίδη, με μια άλλη κοπελίτσα…
Εκείνη είναι η ξαδέρφη μου η Λουκία. Πόπη – Λουκία και βγαίναμε τότε πιτσιρίκια…
Πώς ήτανε;
Κοίταξε, ο Οικονομίδης –για εμένα είναι ο μεγαλύτερος κονφερανσιέ που έχει περάσει– έκανε τότε αυτή την εκπομπή, τα Νέα Ταλέντα, η οποία είχε μεγάλη επιτυχία, στο στούντιο θυμάμαι κάπου στη Στοά Νικολούδη, ΕΡΑ λεγότανε, κάπως έτσι, και έκανε και στο Άλσος και πηγαίναμε παιδιά που είχαν ταλέντο, κι έχουνε βγει πάρα πολλοί από τα ταλέντα του Οικονομίδη. Η Βάνου είχε πάει, η Μούσχουρη είχε πάει, η Γιοβάννα, είχαν ξεκινήσει πάρα πολλοί από εκεί. Με τη Λουκία είχαμε περάσει σαν ντουέτο, αλλά είχα περάσει και μόνη μου, γιατί περνάγαμε από επιτροπή να μας ακούσει.
Καταπληκτικές φωνίτσες, εγώ έπαθα πλάκα.
Εντάξει παιδάκια ήμασταν. Αυτό που είδες, που κάναμε το γύρισμα, ήταν στην ΕΙΡ στη Ραδιοφωνία στο Ζάππειο, στο στούντιο κάτω. Αυτή η σκηνή απ’ τα Ταλέντα ήταν σε μια ταινία του Βέγγου «Έξω φτώχεια και καλή καρδιά» του συγχωρεμένου, ο οποίος ήταν απίστευτος, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μας είχε βοηθήσει. Απίστευτος άνθρωπος. Κι εκτός απ’ αυτό είχαμε πει κι άλλο ένα τραγούδι στην ταινία…(σιγοτραγουδάει) Βρήκα τ’ αστέρια πρώτη μου φορά…
Είχες κάνει κάτι και στο σινεμά;
Τότε, θυμάμαι, ερχόταν ο Τζήμας το ’69 που ήμουνα στο ΖOOM, τότε γυρίστηκε ο «Αστραπόγιαννος» κι ήθελε να παίξω και, δεν στο κρύβω, νομίζω ότι καλά έπαιξα. Νομίζω ότι θα μπορούσα να τα καταφέρω. Κι ο μεγάλος μου αδερφός, που πέθανε τώρα, ηθοποιός ήτανε, στον Κουν, η ανιψιά μου…εμένα μ’ άρεσε αλλά επειδή ήμουνα πολύ δεμένη με το τραγούδι, δεν ήθελα και γιατί έβλεπα πόσο πολύ παιδεύονταν οι ηθοποιοί. Οι ηθοποιοί είναι αδικημένοι σε σχέση με τους τραγουδιστές. Πολύ πιο δύσκολο, πολύ πιο λίγα τα λεφτά, κουράζονται πολύ, κάνουν πάρα πολλές πρόβες για να ανεβάσουνε ένα έργο, καμιά σχέση δεν έχει με τους τραγουδιστές, που και μια απλή τραγουδιστριούλα θα πάρει καλό μεροκάματο. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν ήθελα να συνεχίσω. Καλό μου ’κανε, κακό δεν μου ’κανε.
Και υπάρχει και το «Μια Ιταλίδα απ’ την Κυψέλη».
Ναι, εκεί είπα το τραγούδι του Μαμαγκάκη, το «Σκληρό μου αγόρι» που έγινε μεγάλη επιτυχία. Κακά τα ψέματα, έγινε επιτυχία όταν πήγα στον Φίνο και το είπα και βγήκε στο πανί, πριν δεν το ξέρανε. Σχεδόν κατά λάθος, δηλαδή, αλλά δεν ήταν κάτι στημένο, να μπει στην ταινία επίτηδες για να γίνει επιτυχία. Βγήκε στον κόσμο και ήταν η συμπάθεια απ’ τον κόσμο. Είχα ένα άστρο, έτσι με συνόδευε, έτσι η απλότητα…
Ε καλά, στη συγκεκριμένη σκηνή ήσουνα κουκλάκι, έτσι καθαρό πρόσωπο, κοντό μαλλάκι, πολύ όμορφη και παράλληλα πολύ θηλυκό…
Σιγά μωρέ…
Έτσι βγαίνει στο πανί.
Εγώ να σου πω κάτι, δεν είπα ποτέ για τον εαυτό μου, ειλικρινά μιλάω, ακόμη κι όταν έρχονταν και κάναμε τρία προγράμματα και γινόταν χαμός, έλεγα «Παναγία μου, Χριστέ μου», δεν το πίστευα. Είναι και κακό αυτό. Ίσως να μην έχω πιστέψει ότι…Τα παράτησα όταν έκανα τα παιδιά. Πάνω στα πάνω μου…Θυμάμαι το συγχωρεμένο το Ζαμπέτα, μου ’λεγε «έλα εδώ, να σου δώσω ό,τι θες», ο καημένος ήταν ήδη άρρωστος. Μια και είπα Ζαμπέτα, ξέρεις πώς έγραφε τα τραγούδια; Καθόταν έτσι, εγώ ήμουνα στο σπίτι του όταν έγραψε τα «Χίλια Περιστέρια». Είχε τέσσερις-πέντε μπουζουξήδες κι έπαιζαν και τα ’γραφε σε ένα κασετόφωνο. Κατάλαβες τι σου λέω τώρα. Αυτή είναι αγάπη, αυτή είναι ψυχούλα που βγαίνει. Και σταμάταγε ο Ζαμπέτας κι έλεγε «Λάαααθος παίζεις. Είσαι ξεκούρδιστος». Κι ύστερα έλεγε «αχαχαχα».
Πάντως, δεν κυνήγησα τη δουλειά όσο έπρεπε. Δεν ασχολήθηκα ποτέ αυστηρά επαγγελματικά. Κι ύστερα, δεν είχα ποτέ πίσω μου ένα μάνατζερ γερό να με κατευθύνει. Μόνη μου τα ’κανα. Εντάξει, σ’ αυτό υπεύθυνη είμαι εγώ βέβαια.
Πριν από λίγα χρόνια, κάνεις μια επανεμφάνιση που ξαφνιάζει, με τη συμμετοχή στο δίσκο των Στέρεο Νόβα, ένα συγκρότημα με πολύ νέο ήχο.
Αυτό έγινε ως εξής: δούλευα σε ένα μαγαζί εδώ στον Πειραιά, και με παίρνει τηλέφωνο ο Κωνσταντίνος Β –που δεν τους ήξερα εγώ, η κόρη μου τους ήξερε– και μου λέει, έχουμε μια μπαλάντα να σου δώσουμε αν θέλεις να την πεις, και ήταν έτσι πολύ ευγενικός και λέω, βεβαίως να την πω, αν μπορώ να την πω, και, πραγματικά, μου έφερε την κασέτα, μου λέει η κόρη μου, πες το, γιατί είναι κάτι καινούριο κι αυτό το τραγούδι το είπα αβίαστα, ξέρεις, πήγα στο στούντιο, πατ’ κιουτ. Βγήκε αυτό και μετά βγήκαμε μαζί και κάναμε κάποιες συναυλίες και είχε μεγάλη ανταπόκριση. Δεν συνεχίστηκε όμως. Αλλά μ’ άρεσε και το ψάχνω. Τώρα δεν είναι εύκολα τα πράγματα, οπότε άστο. Σήμερα για να κάνεις τραγούδια θέλει να έχεις μια σακούλα λεφτά για να κάνεις το ψώνιο σου. Γι’ αυτό βγάζουνε ένα σωρό βλακείες.
Ο πολιτισμός πάει. Γιατί δεν είναι δυνατόν να λέμε ότι κάνουμε πολιτισμό και να βλέπεις όλους που βγαίνουνε, εγώ δεν θίγω κανέναν, κι ο Μαζωνάκης και ο άλφα και ο βήτα που βγαίνουν όλοι, εντάξει, αλλά ευθύνονται και οι Δήμοι που κοιτάνε μόνο αυτό και δεν κοιτάνε ένα κομμάτι που έχει αφήσει μια ιστορία, και να λένε να πάρουμε κι αυτούς, ρε παιδιά, να κάνουνε μια συναυλία. Κι αφού ο κόσμος ανταποκρίνεται, έρχεται εκεί, διασκεδάζει, συμμετέχει, σιγοτραγουδάει. Δηλαδή θέλει ο Δήμος να πληρώσει πενήντα χιλιάδες να κάνει τη συναυλία και δε θέλει να πληρώσει επτά ή πέντε. Για να πει ότι έφερε τον τάδε. Αυτοί το καλλιεργούν αυτό. Ακόμη θα μπορούσαμε και στα σχολεία, από το Υπουργείο Παιδείας, να λέγαμε τους ποιητές μας που έχουν μελοποιηθεί. Να κάναμε τέτοια πράγματα. Πού είναι αυτά; Για ποιο πολιτισμό μιλάμε δηλαδή; Για τις φιέστες; Θα μπορούσαμε να λέμε τους Σπανού τις ανθολογίες, ξέρεις, με ποιητές. Από Λαπαθιώτη, Μυρτιώτισσα, Πολυδούρη, τα πάντα. Και να πεις ότι δεν ανταποκρίνεται ο κόσμος; Εγώ κάνω το σταυρό μου τόσα χρόνια που τραγουδάω και βλέπω ανταπόκριση, πραγματικά λέω, ευχαριστώ τον κόσμο. Οι παλιές γενιές αλλά και τα νέα παιδιά που τα ’χουνε μάθει από τους γονείς τους.
Μα νιώθει ο κόσμος ότι εσύ στάθηκες σε ένα δρόμο. Δεν ξεφτιλίστηκες. Είναι μια επιλογή που ο κόσμος τη σέβεται.
Ναι, δεν είχα ποτέ μου αυτή την έπαρση, δεν μου άρεσε κιόλας. Εδώ, τώρα που έβαλα –πώς μου ’ρθε και μένα κι έβαλα στο Δήμο του Πειραιά, αλλά είναι επειδή αγαπάω τον Πειραιά και μένω εδώ τόσα χρόνια, από το ’73– ο κόσμος ψήφιζε και μου ’λεγε αν δεν έχεις βγει δεν πάμε να ψηφίσουμε. Άκου τώρα. Σκέψου τώρα.
Ο κόσμος έχει απαξιώσει τους πάντες. Γιατί ο κόσμος κάπου θέλει να στηριχθεί. Κάτι θέλει να γίνει. Κι απ’ την άλλη δεν σου κρύβω ότι δεν είμαι ειδική να τα κάνω αυτά. Δεν υπάρχει και βοήθεια. Δεν είναι εύκολο. Δεν είναι καθόλου εύκολο.
Όχι, δεν είναι, γιατί υπάρχουν και τα κυκλώματα…
Σε κύκλωμα δεν πρόκειται να μπω ποτέ στη ζωή μου.





































































































