Μια φορά κι ένα καιρό πάνε πολλά χρόνια τώρα, που η ανεράιδα Ανθεμώ ζούσε σε μια σπηλιά της Μεντέλης. Στη σπηλιά αυτή ποτέ δε ζύγωναν ανθρώποι, μόνο ζουλάπια την ήξεραν. Πελώρια βράχια την έκρυβαν, που πάνω τους φύτρωναν κισσοί μέσα σε μια μούχλινη πρασινίλα. Παντού έσταζε νερό. Ολόγυρα πλατάνια και ιτιές σκίαζαν το έμπα της. Αυτό το φύλαγαν δώδεκα μεγάλα σκυλιά και ένας μπασμένος στα χρόνια Αράπης, που όλο κάπνιζε το ναργιλέ του και φόραγε μεγάλα γυαλιά, για να βλέπει μακριά από τη σπηλιά, τι γενόταν. Ο Αράπης, έγνοια του είχε να ζεύει τα σκυλιά στο σφενταμένιο αμαξάκι το σούρουπο, όταν τον πρόσταζε η ανεράιδα Ανθεμώ.
Συλλογέας ο Δηµήτρης Μασούρης
Ήξερε πως την ώρα, που έπεφτε ο ήλιος και η σκιά των δέντρων στο δάσος σκούραινε τα πεύκα κοντά στο δειλινό, ώρα ήταν να ζέψει τα σκυλιά στο αμαξάκι, για την έξοδο της μεγάλης κεράς. Η Ανθεμώ τέτοια ώρα πάγαινε πάντα στην αγαπημένη της λιμνούλα το Θάλοσσι. Για τούτο οι ντόπιοι μόνο, όσοι ήταν αλαφροΐσκιωτοι, την έβλεπαν να περνάει και την ονομάτιζαν η κερά του Θάλοσσι. Ο Αράπης είχε ’τοιμάσει τα σκυλιά, τους φόραγε τα καθρεφτένια χαλινάρια για να τα παρακολουθεί στο δρόμο, όπου πάγαιναν και να τα οδηγάει με τη φωνή του από μακριά, αν ξέφευγαν. Και να σου τώρα οι φυλλωσιές και οι κισσοί παραμέρισαν, το έμπα της σπηλιάς σα μια μεγάλη κουρτίνα άνοιξε και η μεγάλη κερά η ανεράιδα Ανθεμιώ φάνηκε ντυμένη γιορτερά στην ατλαζένια φορεσιά της. Αργά και πού την έβλεπαν έτσι. Στο κεφάλι της με τις ολόξανθες πλεξούδες της φόραγε μια κορώνα και στο δεξί της χέρι κράταγε ένα ολόχρυσο ραβδί. Ανέβηκε με τ’ ασημένια γοβάκια της στο αμαξάκι, πήρε στο ζερβί της χέρι τα χαλινάρια, ο Αράπης σφύριζε και τα σκυλιά ξεκίνησαν για τη λιμνούλα, το Θάλοσσι. Χιλιάδες φορές χρόνια τώρα έκαναν αυτό το δρόμο χωρίς να ξεφεύγουν ούτε ρούπι, όπως τους είχε δείξει ο Αράπης. Κι αν καμιά φορά ξέφευγαν στη στροφή, στο στενό δρομάκι του μικρού γιοφυριού τους, σφύριξε και έπαιρναν το σωστό δρόμο. Ο Αράπης μέσα από τα γυαλιά του παρακολούθαγε από μακριά το δρόμο τους, για τούτο δε ξέφευγαν.
Μόλις είχε δύσει ο ήλιος και ολόγυρα οι λόφοι είχαν πάρει χρυσορρόδινο χρώμα. Τα βατράχια άρχιζαν να κοάζουν, τα αηδόνια στα βάτα να κελαηδούν, ο γκιώνης να μετράει τη φωνή σε κάθε λεπτό της ώρας και η δεκαοχτούρα το χαβά της στην κερά της, πως ήταν δεκαοχτώ τα ψωμιά που ζύμωσε. Τα χέλια είχαν βγει στις όχτες της λίμνης και περίμεναν σαν κάτι να νόγαγαν. Φορτωμένα τα βάτα, μαύρα χορταστικά αγριόμουρα ακουμπούσαν πάνω στο νερό και οι φυλλωσιές των καλαμιών ορθώνονταν παράξενα, καθρεφτίζοντας το ανάστημά τους πέρα μακριά στη λίμνη.
Αντίκρυ στο λόφο του Κουφού ολόγιομο το φεγγάρι, σαν ένα μεγάλο χάλκινο ταψί με καλαμποκόψωμο, ανέβαινε στο ξάστερο ουρανό. Είχε φτάσει δύο καλάμια. Η φύση ολόγυρα έπειτα από τον κάματο της μέρας είχε πάρει με το δροσό τα πάνω της. Τα σκυλιά της Ανθεμώς μόλις αντίκρυσαν φάτσα το ολόγιομο φεγγάρι άρχιζαν να γαβγίζουν χαρούμενα. Η ανεράιδα ξεπέζεψε, ανέβηκε σ’ ένα μεγάλο βράχο και σήκωσε το χρυσό ραβδί της στο φεγγάρι. Άρχισε να τραγουδάει κάτι ακαταλαβίστικα κορακίστικα: – Γκε φε ιτ τάστρα ριγκάφε / ις νημ θεις νη αρ / όστσιλοθά σέμπ σα με / μπολασόχρυ / σε μι γέ το ρες λί με / όλο ντούπα ώλε . (= Φέγγε τη στράτα φεγγάρι / συ μην αρνηθείς / μπες μέσα στο θάλοσσι / χρυσόλαμπο / γέμισέ το με λίρες / όλο παντού λέω).
Το φεγγάρι ξαφνικά φώτισε τη λίμνη, χρύσωσε το νερό της και αργά αργά κατέβαινε πάνω της. Η ανεράιδα το είχε μαγέψει, να έρθει κοντά της.
Σε λίγο ένα μεγάλο βουητό ακούστηκε, τα σκυλιά λούφαξαν, τα πουλιά σώπασαν και το φεγγάρι έπεσε μέσα στη λίμνη. Τα νερά υψώθηκαν βουνό. Και νά! Μέσα από τη λίμνη τώρα βγήκε ντυμένο στα χρυσά ένα όμορφο παλικάρι, ένας φεγγαρονιός, που άστραφτε. Κομμάτια κομμάτια έπεφταν από πάνω του τα χρυσάφια και οι διαμαντόπετρες. Βυθίζονταν μέσα στο νερό της λίμνης με απόκουφο γρούξιμο γκλουκ γκλουκ κι έκαναν στο πέσιμό τους μεγάλους κύκλους ρούφουλα.
Το όμορφο παλικάρι σίμωσε την Ανθεμώ, άπλωσε το χέρι του και της χάρισε ένα μονόπετρο, λέγοντας με μια κελαρυστή γλυκιά φωνή: – Κάιν ο μέι / οζ οστ ριγκάφε / έκ αθ ες νωμέριπε ίκε / (- Είμαι ο Κάιν / ζω στο φεγγάρι / και θα σε περιμένω εκεί.)
Η ανεράιδα σαν άκουσε το λόγο του, που προμηνούσε χαρές, άπλωσε το ζερβί της χέρι να πάρει το δαχτυλίδι. Το πήρε ή δεν το πήρε κάνε; Η θεία Λένη λέει ότι το πήρε. Γιατί μόλις κοίταξε το μονόπετρο το πρόσωπό της σημαδεύτηκε πάνω στο φεγγάρι και για τούτο πολλοί αλαφροΐσκιωτοι τη βλέπουν, όταν είναι αυτό ολόγιομο απ’ εκεί να τους χαμογελάει γεμάτη αγαλλίαση. Όμως ο μπάρμπα Δαμιανός, που είχε ακούσει απ’ τον παππού του, λέει πως δεν το πήρε, γιατί ένα ατμένιο σύγνεφο απλώθηκε ανάμεσά τους εκείνη τη στιγμή και το μονόπετρο έπεσε μέσα στη λίμνη. Έτσι ο λόγος της χαράς δε φτούρησε, όμως τα σκυλιά φυτιάστηκαν (=αφουκράστηκαν, άκουσαν) το σφύριγμα του Αράπη, που τα καλούσε να γυρίσουν. Είχε περάσει η ώρα. Η γοργολαλού είχε κελαηδήσει. Σίμωσαν, πήραν την Ανθεμώ. Και εκείνη καθώς έφευγε με το αμαξάκι της το σφενταμένιο, ο φεγγαρονιός υψωνόταν με το ατμένιο σύγνεφο στα ουράνια και της έκρενε (= έλεγε) – Αθ ες νωμέριπε νωπά οστ ριγκάφε (= Θα σε περιμένω πάνω στο φεγγάρι).
Ευθύς μόλις ηρέμησε η λίμνη, μια φεγγαρόφωτη ησυχία παράξενη απλώθηκε. Τα χέλια βούτηξαν γρήγορα στο νερό, άρπαξαν τα χρυσάφια και τις διαμαντόπετρες, όσα μπορούσαν άλλα έμειναν μέσα, τα έφεραν στις όχτες. Από κει άλλες ανεράιδες όμορφες και λυγερές σαν τα κρύα νερά της Μαγερίνας –οι κόρες του Νταβέλη, νταβελοπούλες μάτια μου– τα έπαιρναν και τα πάγαιναν να τα κρύψουν στα βάθια της σπηλιάς του πατέρα τους, στο παλιό λατομείο.
Πάνε πολλά χρόνια τώρα, που ένας μαρουσιώτης τρανός άρχοντας με πλάκα τα χρυσά γαλόνια ζήτησε απ’ το γκουβέρνο την άδεια να τρυπήσει το Θάλοσσι να βγάλει το νερό, που στα βάθια του έκρυβε χρυσάφια και διαμάντια. Μα το γκουβέρνο δεν τον άφηκε γιατί έλεγε πως το νερό θα έπνιγε το Χαλάντρι, που ήταν από κάτω, θα φούσκωνε η ρεματιά και θα πνίγονταν ανθρώποι.
Σήμερα λέω πως το Θάλοσσι έχασε την ομορφάδα του. Δεν υπάρχει. Χάθηκαν κάνε οι θησαυροί, που είχε η λίμνη; Κοιμούνται ακόμη στα βάθια της; Ανεμοσκορπίστηκαν τα χρυσάφια, που έφεραν οι νταβελοπούλες στη σπηλιά τους; Ποιος ξέρει; Παράξενα πράματα. Ούτε που θα μάθουμε ποτές.
Η σπηλιά της Ανθεμώς δε βρέθηκε. Την ψάχνουν, όλο την ψάχνουν. Κάποτε θα τη βρούνε οι βοσκάρηδες με τα γίδια τους, μ’ όλο λιγοστεύουν. Εσείς παιδιά μου θα ξετρυπώσετε το χρυσάφι. Εκεί είναι, κατάβαθα χωμένο. Κοιμάται, όμως θα ξυπνήσει κάποτε.
Ά! Σφαλίζονται τα μάτια σας. Θαρρώ πως είναι ώρα για ύπνο. Τα στρωσίδια είναι ζεστά, περιμένουν. Και τούτη η νύχτα, Παναγιά μου Μαρουσιώτισσα, νά ’ναι ήσυχη και αύριο μεγάλη μέρα. Ο Χριστούλης, που θα γεννηθεί απόψε, θα βοηθήσει όλο τον κόσμο. Ναι! Θέ μου, καληνύχτα κι όλα τ’ άσκημα απ΄ το σπίτι όξω ρίχτα.
(Διατηρήθηκε στην έκφραση το παλιό μαρουσιώτικο ιδίωμα. Ειπώθηκε από το Γιάννη Μαγγίνα, ετών 90, μεταφορέα εδώδιμων – αποικιακών με γραμματικές γνώσεις Γ’ Γυμνασίου).





































































































