Γράφει ο Γιώργος Τσούκας
Εκπαιδευτικός – συγγραφέας
Tα αποτελέσματα της διεθνούς έρευνας PISA 2022 του ΟΟΣΑ επανέφεραν δυναμικά στον δημόσιο διάλογο το ζήτημα της ποιότητας και της κοινωνικής αποστολής του ελληνικού σχολείου.
Η Ελλάδα κατέγραψε μέση επίδοση 430 μονάδων στα μαθηματικά, 438 στην κατανόηση κειμένου και 441 στις φυσικές επιστήμες, αισθητά χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που ήταν 472, 476 και 485 μονάδες αντίστοιχα. Σε σχέση με το 2018, σημειώθηκε επιδείνωση: 21 μονάδες στα μαθηματικά, 19 στην κατανόηση κειμένου και 11 στις επιστήμες.
Η PISA δεν αποτελεί ούτε διαγωνισμό εθνικής υπεροχής ούτε μοναδικό μέτρο της εκπαιδευτικής ποιότητας. Δεν μπορεί να αποτιμήσει πλήρως τη δημιουργικότητα, τη δημοκρατική παιδεία, τη συνεργασία, την ηθική συγκρότηση ή την αισθητική καλλιέργεια των μαθητών. Παρ’ όλα αυτά, λειτουργεί ως σημαντικό προειδοποιητικό σήμα. Η μακροχρόνια υστέρηση σε βασικούς γραμματισμούς δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως συγκυριακή δυσκολία ή στατιστική ατυχία. Απαιτείται μια βαθύτερη, τεκμηριωμένη και κοινωνικά δίκαιη ανασύνθεση της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Η PISA εξετάζει κατά πόσο οι δεκαπεντάχρονοι μπορούν να αξιοποιούν όσα έχουν μάθει σε πραγματικές και σύνθετες καταστάσεις. Δεν μετρά απλώς την απομνημόνευση σχολικών γνώσεων, αλλά την ικανότητα ερμηνείας, τεκμηρίωσης, σύνδεσης πληροφοριών, επίλυσης προβλημάτων και κριτικής σκέψης. Η ελληνική επίδοση πρέπει να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: συγκριτικά, καθώς η χώρα βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, και διαχρονικά, καθώς η αρνητική τάση δεν ξεκίνησε το 2022 αλλά επιβεβαιώθηκε από την τελευταία μέτρηση.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η υποχώρηση στα μαθηματικά. Ο μαθηματικός γραμματισμός δεν αφορά μόνο την εκτέλεση ασκήσεων, αλλά την κατανόηση δεδομένων, γραφημάτων, ποσοστών και πιθανοτήτων, την αξιολόγηση πληροφοριών και τον έλεγχο της λογικής μιας απάντησης. Σε έναν κόσμο γεμάτο αλγορίθμους, οικονομικές επιλογές, ψηφιακές πλατφόρμες και παραπλανητικά αριθμητικά «στοιχεία», η μαθηματική σκέψη αποτελεί όρο κοινωνικής και πολιτικής αυτονομίας.
Αντίστοιχα, η χαμηλή επίδοση στην κατανόηση κειμένου δεν περιορίζεται στη φιλολογική παιδεία. Συνδέεται με την ικανότητα του πολίτη να διαβάζει προσεκτικά, να διακρίνει το κυριολεκτικό από το υπονοούμενο, να ελέγχει την αξιοπιστία των πηγών, να συγκρίνει επιχειρήματα και να συνθέτει πληροφορίες. Χωρίς αυτές τις δεξιότητες, οι νέοι γίνονται περισσότερο ευάλωτοι στην παραπληροφόρηση, στα στερεότυπα και στις απλουστεύσεις. Παρόμοια, η επίδοση στις φυσικές επιστήμες αφορά την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο παράγεται και τεκμηριώνεται η επιστημονική γνώση. Η κλιματική κρίση, οι πανδημίες, η ενεργειακή μετάβαση και η τεχνητή νοημοσύνη καθιστούν τον επιστημονικό γραμματισμό απαραίτητο στοιχείο δημοκρατικής συμμετοχής.
Ωστόσο, μεγαλύτερη σημασία από τη θέση μιας χώρας σε έναν πίνακα έχει η κατανομή των επιδόσεων. Πόσοι μαθητές βρίσκονται κάτω από το ελάχιστο επίπεδο επάρκειας; Πόσοι φτάνουν σε υψηλές επιδόσεις; Σε ποιο βαθμό η κοινωνική και οικονομική προέλευση καθορίζει τη σχολική πορεία; Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιοι μαθητές μένουν πίσω, για ποιους λόγους και με ποιον τρόπο το σχολείο τούς στηρίζει.
Ένα βαθύτερο πρόβλημα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι η απόσταση ανάμεσα στη διδασκαλία της ύλης και στην ουσιαστική μάθηση. Συχνά η γνώση μετατρέπεται σε κατακερματισμένο υλικό προς προσωρινή αποθήκευση, αντί να γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας, σύνδεσης και αξιοποίησης. Το σχολείο μπορεί να προετοιμάζει μαθητές για προβλέψιμες ασκήσεις, αλλά λιγότερο για ανοιχτά προβλήματα, διερεύνηση, αιτιολόγηση και αναθεώρηση υποθέσεων. Η εξεταστική λογική, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες τάξεις, ευνοεί συχνά το σωστό αποτέλεσμα, αντί για τη διαδρομή σκέψης του μαθητή.
Με αυτή την πραγματικότητα συνδέεται και η παραπαιδεία. Τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα καλύπτουν υπαρκτές ανάγκες, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτουν ότι το δημόσιο σχολείο δεν εξασφαλίζει πάντοτε από μόνο του τη μαθησιακή στήριξη που χρειάζονται όλοι οι μαθητές. Η εξωσχολική ενίσχυση, όμως, εξαρτάται από τους οικονομικούς και πολιτισμικούς πόρους της οικογένειας. Οι μαθητές ισχυρότερων κοινωνικών στρωμάτων διαθέτουν περισσότερες ευκαιρίες για εξατομικευμένη βοήθεια, υλικό, ξένες γλώσσες και πολιτισμικές εμπειρίες. Όταν το σχολείο δεν λειτουργεί αντισταθμιστικά, η κοινωνική αφετηρία κινδυνεύει να μετατραπεί σε εκπαιδευτικό πεπρωμένο.
Οι επιδόσεις δεν παράγονται αποκλειστικά στην τάξη. Επηρεάζονται από την οικογένεια, τη γειτονιά, το μορφωτικό κεφάλαιο, τη γλωσσική εμπειρία, την ψυχική υγεία και την ψηφιακή καθημερινότητα. Η οικονομική κρίση, η κοινωνική ανασφάλεια και η πανδημία άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στο σχολείο. Η τηλεκπαίδευση ανέδειξε άνισες δυνατότητες πρόσβασης σε συσκευές, σταθερό διαδίκτυο, κατάλληλο χώρο μελέτης και οικογενειακή υποστήριξη. Η ψηφιακή απόσταση δεν ήταν απλώς τεχνολογική· ήταν μορφωτική, κοινωνική και συναισθηματική.
Το σχολείο δεν μπορεί μόνο του να εξαλείψει τις κοινωνικές ανισότητες, έχει όμως χρέος να τις περιορίζει. Αυτό προϋποθέτει ποιοτική ενισχυτική διδασκαλία, δωρεάν πρόσθετη υποστήριξη μέσα στο σχολείο, βιβλιοθήκες, πρόσβαση σε πολιτισμό, σχολικά γεύματα όπου χρειάζονται και επαρκείς ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες. Παράλληλα, η μεγάλη έκθεση των εφήβων στην πληροφορία δεν ισοδυναμεί με ψηφιακό γραμματισμό. Το σχολείο οφείλει να διδάσκει αξιολόγηση πηγών, προστασία προσωπικών δεδομένων, αναγνώριση παραπλανητικού περιεχομένου και δημιουργική, υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας.
Στο κέντρο κάθε μεταρρύθμισης πρέπει να βρίσκεται ο εκπαιδευτικός. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλός εκτελεστής οδηγιών, γραφειοκρατικός διαχειριστής ή αποκλειστικός υπεύθυνος για τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Είναι εκείνος που μετατρέπει το αναλυτικό πρόγραμμα σε ζωντανή παιδαγωγική πράξη.
Χρειάζεται επιμόρφωση, χρόνο για συνεργασία, επιστημονική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη, εμπιστοσύνη και παιδαγωγική αυτονομία μέσα σε ένα σαφές πλαίσιο κοινών εθνικών στόχων.
Η αξιολόγηση, επίσης, χρειάζεται να λειτουργεί πρωτίστως ως ανατροφοδότηση. Σκοπός της δεν πρέπει να είναι μόνο η ταξινόμηση ή η τιμωρία, αλλά η βοήθεια προς τον μαθητή ώστε να κατανοεί τι έμαθε, πού δυσκολεύεται και πώς μπορεί να βελτιωθεί. Η αποκατάσταση του κύρους του εκπαιδευτικού δεν είναι συντεχνιακό αίτημα· είναι όρος ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης.
Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την Παιδεία χρειάζεται να στηριχθεί σε σταθερούς άξονες: έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση μαθησιακών κενών από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, ανασχεδιασμό των προγραμμάτων με έμφαση στη γλώσσα, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες, ισχυρές δομές κοινωνικής στήριξης και στενή σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο σχολείο, την οικογένεια και την κοινότητα. Η τεχνητή νοημοσύνη και οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν να συμβάλουν θετικά μόνο εφόσον αξιοποιούνται με παιδαγωγικά και δεοντολογικά κριτήρια, όχι ως αυτοσκοπός.
Τα αποτελέσματα της PISA 2022 δεν δικαιολογούν ούτε εφησυχασμό ούτε καταστροφολογία. Οι μαθητές δεν είναι οι «αποτυχημένοι» ενός πίνακα, ούτε οι εκπαιδευτικοί οι μόνοι υπεύθυνοι για μια διαχρονική και πολυπαραγοντική υστέρηση. Η πραγματική αποτυχία θα ήταν να περιοριστεί η συζήτηση σε πρόσκαιρες δηλώσεις, αποσπασματικά μέτρα και νέες εγκυκλίους. Το ελληνικό σχολείο χρειάζεται διάρκεια, επιστημονική τεκμηρίωση, δίκαιη χρηματοδότηση και ενεργή συμμετοχή όλων των μερών της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Η Παιδεία είναι ο χώρος όπου μια κοινωνία αποφασίζει αν οι επόμενες γενιές θα μπορούν να κατανοούν τον κόσμο, να υπερασπίζονται τη δημοκρατία και να μετατρέπουν την αβεβαιότητα σε δυνατότητα.







































































































