Γράφει ο Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος
∆ηµοσιογράφος – ∆ηµοσιολόγος
Συµπληρώνονται φέτος εξήντα πέντε χρόνια από την υπογραφή της συµφωνίας συνδέσεως της Ελλάδος µε την ΕΟΚ.
Συγκεκριµένα το ελληνικό αίτηµα για τη σύναψη συµφωνίας συνδέσεως έγινε δεκτό από το Συµβούλιο Υπουργών της ΕΟΚ στις 24 Ιουλίου 1959. Άρχισαν αµέσως οι διαπραγµατεύσεις, που κατέληξαν στην υπογραφή της συµφωνίας συνδέσεως στις 10 Ιουλίου 1961. Συµπληρώνονται επίσης σαράντα πέντε χρόνια από την ένταξή µας σε αυτήν (1η Ιανουαρίου 1981).
Στα χρόνια που πέρασαν υπήρξαν πολλές εξελίξεις στη δοµή, στις χώρες µέλη, στην πολιτική των οργάνων της, στους σκοπούς της γραφειοκρατίας, στον ρόλο των ισχυροτέρων χωρών µελών της. Για έναν απολογισµό αυτών των εξήντα πέντε ετών καταγράφουµε απόψεις, που διατυπώθηκαν στην Βουλή των Ελλήνων εν όψει της υπογραφής της συµφωνίας, κατά τη συνεδρία της 19ης Ιουνίου 1961. Κατά την πολύωρη συνεδρία η συζήτηση περιεστράφη στην επίπτωση που θα είχε στην ελληνική βιοµηχανία και γενικότερα στην ελληνική οικονοµία η σύνδεση και στη συνέχεια η ένταξη της χώρας στην τότε ΕΟΚ.
Μεταξύ των άλλων διατυπώθηκαν ανησυχίες για την εξέλιξη του Ελληνισµού εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Να σηµειωθεί ότι οι βουλευτές όλων των Κοµµάτων και ανεξαρτήτως των ιδεολογικών τους αντιλήψεων µίλησαν σε θαυµάσια ελληνικά, µε επιχειρήµατα και µε σεβασµό στην αντίθετη άποψη.
Στην οµιλία του, ο και πρωθυπουργός διατελέσας (κυβέρνηση αποστατών), Στέφανος Στεφανόπουλος αναφέρθηκε στην ανησυχία που διατύπωσε ο διανοούµενος Ευάγγελος Παπανούτσος, µήπως η Ένωση της Ευρώπης καταστεί ένωση υπό την κυριαρχία των ισχυρών χωρών και καταλήξει στην εξαφάνιση του Ελληνισµού, όχι απλώς ως πολιτικής ή οικονοµικής οντότητος, αλλά του Ελληνισµού ως εκπολιτιστικής µονάδος, ως συγκεκριµένης συνειδήσεως, ως ήθους και ύφους, ως ιστορικού µεγέθους. Και ανατρέχοντας ( ο Παπανούτσος) στην ιστορία και στο παράδειγµα της Αθηναϊκής συµµαχίας κατέληξε στην υποψία, ότι τέτοιες ενώσεις θα ηµπορούσαν να οδηγήσουν σε µία νέας µορφής αποικιοκρατία.
Στην υποψία του Ευαγ. Παπανούτσου ο Στέφανος Στεφανόπουλος απάντησε: « Η Ευρωπαϊκή Ένωσις δεν είναι δυνατόν να καταστεί αποικιοκρατική, διότι αντίκειται προς τας σηµερινάς αντικειµενικάς συνθήκας. Εάν τούτο πράξη, δεν ηµπορεί παρά να καταρρεύση».
Στη συνέχεια συµµερίστηκε εν µέρει την άποψη Παπανούτσου, αναφέροντας άλλο κίνδυνο, την εισβολή της τεχνικής: «Κύριοι βουλευταί,…ο Ελληνικός πολιτισµός δεν κινδυνεύει από την ΕΟΚ, κινδυνεύει όµως αναµφιβόλως όλος ο Ευρωπαϊκός πολιτισµός, που έχει τας ρίζας του στον Ελληνικό. Κινδυνεύει από την εισβολή της τεχνικής. Αι ηθικαί αξίαι, αι πνευµατικαί αξίαι, η µακροτάτη ανθρωπιστική του παράδοσις, κινδυνεύουν από την επικράτησιν της τεχνοκρατίας, από την εξάπλωσιν του υλιστικού πνεύµατος».
Ο Στ. Στεφανόπουλος εξέφρασε το 1961 την αισιοδοξία του ότι η Ελλάδα θα αποκρούσει κάθε εισβολή και απόπειρα εξαφανίσεώς της: «Η Ελλάς µε τας ενδογενείς ηθικάς και πνευµατικάς αυτής αξίας, µε την µακραίωνα αυτής ανθρωπιστικήν παράδοσιν, µε την ορθόδοξόν της πίστιν, όχι µόνον δεν πρόκειται να εξαφανισθή και να καταποντισθή µέσα εις την Ευρωπαϊκήν Ένωσιν, αλλά αντιθέτως θα είναι πλουσιωτέρα η εις αυτήν πνευµατική της εισφορά, αρκεί να προσέξη την Παιδείαν της, την Παιδείαν δια την οποίαν δεν εγένετο επαρκής λόγος…». (Σηµ. Αντιγραφή από τα Πρακτικά της Βουλής, περ/κό Εποπτεία, τεύχος 167, Μάιος 1991, σχόλια Παν. ∆ρακόπουλου).
Σε αυτό το τεύχος του περιοδικού «Εποπτεία», το 1991, τριάντα χρόνια µετά την συµφωνία συνδέσεως και δέκα από την ένταξη της Ελλάδος στην ΕΟΚ, ο τότε Μητροπολίτης ∆ηµητριάδος και µετά Αρχιεπίσκοπος αείµνηστος Χριστόδουλος βλέπει έκπτωση αξιών και γράφει: «Ήλθε η ώρα να βάλουµε µυαλό, εγκαταλείποντας λαθεµένες επιλογές που µας έφεραν στο σηµερινό αδιέξοδο. Παιδεία, οικογένεια, κοινωνία, δηµόσιος βίος, ιδιωτική ζωή, όλες οι εκφάνσεις της ζωής µας πρέπει να διαποτισθούν από το ζείδωρο και ανανεωτικό πνεύµα της Ορθοδοξίας, που υπάρχει ανέπαφο, εκεί, στο ιστορικό ντουλάπι µας και δεν αξιοποιείται. Η αξιοποίηση του είναι θέµα επιλογής µας. Αρκεί και η εκκλησιαστική µας ηγεσία να αναλάβει τις ευθύνες της, να περάσει στην αυτοκριτική και από εκεί στη δυναµική προβολή του νέου τρόπου ζωής, που εκφράζεται µέσα από την εκκλησιαστική ζωή και παράδοση.
Θα είναι ανεξόφλητο το χρέος µας προς τη νέα γενιά αν δεν αρθούµε οι εκκλησιαστικοί λειτουργοί όλων των βαθµών στο αρµόζον ύψος των περιστάσεων και απογοητεύσουµε για άλλη µια φορά το λαό µας, που τώρα αναµένει από την Εκκλησία του στήριξη και κυρίως λόγο ζωής».
Τον Ιούνιο του 2009, σαράντα οκτώ χρόνια µετά τη συµφωνία σύνδεσης ο αείµνηστος Κώστας Τσιρόπουλος έγραψε στο περιοδικό «Ευθύνη», που διηύθυνε: « Έχοντας ανατριχιαστικά αποµακρυνθεί τα ευρωπαϊκά κράτη από το συστατήριο εκείνο ευγενές όραµα των “πατέρων” της Ενωµένης Ευρώπης είχαν αδίσταχτα ριχτεί στην κατανάλωση… Όλα τα άλλα δεν είναι παρά καρυκεύµατα της καταναλωτικής, της υλόφρονης βουλιµίας µιας δέσµης κρατών, που είχαν λακτίσει την Ταυτότητά τους, την Γλώσσα τους, την Θρησκεία τους, τον πνευµατικό τους πολιτισµό. Μέσα σε αυτή την οργιαστική καταναλωτική λάσπη έχει πέσει και η Ελλάδα – η πνευµατική, πολιτισµική µητέρα της Ευρώπης.
Στη δική της καθηµερινή επίσηµη και ανεπίσηµη ζωή, φανερώθηκε µε τον πιο αναιδή, συχνά χυδαίο τρόπο, η καταναλωτική µανία, ο υλιστικός πυρετός, που εσάρωσε – και εξακολουθεί να σαρώνει την προσωπικότητά της, την ταυτότητά της, αυτή που εσµίλευσαν οι αιώνες του περιπετειώδους βίου της.
Έτσι η Ελλάδα, µε βήµα γοργό, προχώρησε στον βαθµιαίο αφελληνισµό της». (Τεύχος 450, σελ. 294) Εξήντα πέντε χρόνια σύνδεσης και ένταξης στην Ε.Ε. περάσαµε – και περνάµε – ως Έλληνες δια πυρός και σιδήρου: Από την χούντα και την αναστολή της σύνδεσης, στον λαϊκισµό και στην πατριδοκαπηλία του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ (ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο κ.λ.π.), στον λαϊκισµό του Αλ. Τσίπρα, που θα έκανε την Ευρώπη να χορεύει στους ρυθµούς του (…), που έκανε τη γνωστή κωλοτούµπα στο δηµοψήφισµα του (…) και που κατέληξε να του απονείµει εύσηµα η κα Μέρκελ (!), στο σήµερα, που η κρατική παρακµή φαίνεται από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και την παγκόσµια ελεεινολόγησή µας.
Οι διάφορες προπαγάνδες ισχυρών «προοδευτικών» δυνάµεων από χρόνια επιχειρούν να µας κάνουν και εµάς «προοδευτικούς» Γραικύλους, όπως τους περιγράφει ο Αλέξανδρος Παπαδιαµάντης στον «Λαµπριάτικο Ψάλτη»: « Άγγλος ή Γερµανός, ή Γάλλος δύναται να είναι κοσµοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ο,τιδήποτε. Έκαµε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε µεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλλεται χάριν πολυτελείας την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν.
Αλλά ο Γραικύλος της σήµερον, όστις θέλει να κάµη δηµοσία τον άθεον ή τον κοσµοπολίτην, οµοιάζει µε νάνον ανορθούµενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόµενον να φθάση εις ύψος και να φανή και αυτός γίγας. Το Ελληνικόν έθνος, το δούλον, αλλ’ ουδέν ήττον και το ελεύθερον έχει και θα έχη δια παντός ανάγκην της θρησκείας του».








































































































