Γράφει ο Κώστας Γιαννόπουλος
Στο γερμανικό κρατίδιο Σαξονίας – Άνχαλτ το κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) πέτυχε μεγάλη εκλογική νίκη.
Μολονότι το αποτέλεσμα δεν ήταν έκπληξη (το έδειχναν οι δημοσκοπήσεις) προκάλεσε το ενδιαφέρον όλου του διεθνούς Τύπου. Τα ρεπορτάζ και τα σχόλια είχαν μια απόχρωση ήπιας κινδυνολογίας: ένα ακροδεξιό, αντιευρωπαϊκό, ρατσιστικό και ρωσόφιλο κόμμα απειλεί τη δημοκρατία στην ηγέτιδα δύναμη της ΕΕ.
Παρόμοια ανησυχία δεν είχε προκαλέσει ούτε η ανάληψη της καγκελαρίας από τον Χίτλερ το 1933- ίσως γιατί οι Γερμανοί πίστευαν πως οι Ναζί είναι κακοί με καλές πλευρές ή καλοί με κακές πλευρές και πάντως «θα επιβάλουν τάξη και πειθαρχία στο χάος που επικρατεί στη χώρα».
Στην Άλις Βάιντελ, πρόεδρο του AfD, δεν αναγνωρίστηκαν καλές πλευρές παρότι η ζωή και η κοινωνική συμπεριφορά της δεν συνάδει με τις προδιαγραφές που αποδίδονται στην ακροδεξιά: είναι λεσβία, παντρεμένη με μετανάστρια από τη Σρι Λάνκα και κατοικεί μόνιμα στην Ελβετία. Η Βάιντελ όμως απειλεί με τις μεγαλύτερες απελάσεις παράνομων μεταναστών αν το κόμμα της κυβερνήσει κι αυτό ήταν αρκετό για να την κατηγορήσει ο μεγάλος ηττημένος Καγκελάριος Μερτς μέχρι και για «εθνοκάθαρση».
Προφανώς όσοι τον μαύρισαν στην κάλπη περιμένουν από την Βάιντελ «να επιβάλει τάξη και πειθαρχία» στο χάος και την εγκληματικότητα (βιασμοί, δολοφονίες και μια Δικαιοσύνη που αλληθωρίζει υπέρ των δραστών) αποτελέσματα της παράνομης μετανάστευσης – θέμα που οι αμήχανες ευρωπαϊκές ελίτ αντιμετωπίζουν με αυτοκτονική πολιτική. Η Άγκελα Μέρκελ ομολόγησε ότι άνοιξε διάπλατα τα σύνορα για να ανακόψει την ενίσχυση της ακροδεξιάς: η ομοιοπαθητική μέθοδος είχε τα αντίθετα αποτελέσματα.
Τα σχόλια του διεθνούς Τύπου επικεντρώθηκαν στον κίνδυνο ενός σαρωτικού ακροδεξιού κύματος και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που θα έχουν εκλογές σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ελάχιστες αναλύσεις αφιερώθηκαν στην έρευνα των συνθηκών που διαμόρφωσαν αυτό το επίφοβο αποτέλεσμα. Είναι μία από τις σπάνιες περιπτώσεις που παρατηρείται τόση και τέτοια ομοφωνία σε διεθνή ΜΜΕ που εκπροσωπούν διαφορετικά έθνη, πολιτικές απόψεις και συμφέροντα.
Όσοι έβγαλαν τα συμπεράσματά τους από την ομόψυχη υποστήριξη της Παλαιστίνης, παρότι οι πάντες πίστευαν ότι οι Εβραίοι ελέγχουν την παγκόσμια ενημέρωση, δεν πρέπει να έπεσαν από τα σύννεφα. Ο σύγχρονος κόσμος είναι χωρισμένος σε δύο στρατόπεδα: τους καταπιεστές και τους καταπιεζόμενους. Η Ιστορία των τελευταίων δεκαετιών παρουσιάζεται ως μια αλυσίδα συγκρούσεων μεταξύ «εξουσιαστών» και «εξουσιαζόμενων» για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Μαύροι εναντίον λευκών για ισότητα, γυναίκες εναντίον ανδρών για την ψήφο, ακτιβιστές εναντίον ορυκτών καυσίμων, πολιτική ορθότητα εναντίον της ελευθερίας του λόγου, γκέι εναντίον στρέιτ και άλλα. Οι καταπιεζόμενοι έχουν πετύχει σημαντικές νίκες, αλλά η μεγαλύτερη είναι η νίκη τους στην επικοινωνία. Αυτή είναι νίκη κατά κράτος.
Τους διαμαρτυρόμενους υποστήριξε πάντοτε άνευ όρων η Αριστερά. Πολύ συχνά βρέθηκε να υποστηρίζει αλληλοσυγκρουόμενα αιτήματα αλλά αυτό δεν επηρέασε τον ζήλο των μελών της. Εκείνοι που είχαν βιαστικά προφητεύσει ότι ο κομμουνισμός πέρασε οριστικά στην Ιστορία διαψεύστηκαν. Μπορεί ο σοσιαλισμός ρωσικής κοπής να επέζησε σε συνθήκες εντατικής σε χώρες μετρημένες στα δάχτυλα της μιας χειρός αλλά επανήλθε μεταλλαγμένος σε δεκάδες άλλες και μάλιστα δυτικές. Η πορεία προς την αναβίωσή του ήταν μακρά. Πιθανότατα δεν θα είχε καν αρχίσει χωρίς τον διανοούμενο που ο Κριστόφ Σιαβίνσκι χαρακτηρίζει ως τον «πιο επικίνδυνο διανοούμενο του 20ού αιώνα». Ήταν ο Ιταλός Αντόνιο Γκράμσι.
Περιέργως μόνο οι φασίστες του Μουσολίνι διαπίστωσαν εγκαίρως την επικινδυνότητα της σκέψης του. Στη δίκη του, ο εισαγγελέας είπε ότι αυτό το μυαλό πρέπει να πάψει να λειτουργεί. Το μυαλό όμως συνέχισε να λειτουργεί εντατικά μέσα στη φυλακή όπου εξέτισε την ποινή του. Και έδωσε 33 πυκνογραμμένα σημειώματα, σοδειά της περιόδου 1929-1935. Στις 2.848 σελίδες, που βγήκαν λαθραία από τη φυλακή, ο Γκράμσι αναρωτιόταν γιατί η επανάσταση συνέχισε να αποτυγχάνει και γιατί το καθεστώς χρησιμοποιούσε αναπότρεπτα τη βία για να διατηρηθεί στην εξουσία. Οι συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης είχαν βελτιωθεί.
Αλλά οι αντιφάσεις του καπιταλισμού και η φτώχια ήταν σοβαρές αιτίες για μια εξέγερση στη Δύση. Απεργίες είχαν γίνει και μάλιστα μαχητικές με νεκρούς και τραυματίες (Σικάγο 1886, Σέριφος 1916, Κροστάνδη 1921).
Όμως, αντί να βελτιωθεί η θέση των εργατών, οι Αρχές έπαιρναν όλο και σκληρότερα μέτρα καταστολής για να αποθαρρύνουν τυχόν μιμητές των ρέμπελων.
Η απάντηση του Γκράμσι στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του ήταν αναπάντεχη. Αυτό συμβαίνει, είπε, γιατί η άρχουσα τάξη δεν διατηρείται στην εξουσία αποκλειστικά με τη βία. Διατηρεί την ηγετική θέση της με την πολιτιστική ηγεμονία, τον έλεγχο των ιδεών, των αξιών και του τρόπου με τον οποίο ο εργάτης καταλαβαίνει τον κόσμο. Όποιος αποδέχεται την κατάσταση στην οποία ζει δεν έχει διάθεση να επαναστατήσει όσο κι αν οι συνθήκες οδηγούν στην εξέγερση. Η επανάσταση, κατέληξε, χρειάζεται πρωτίστως πολιτισμική αλλαγή.
Τα «Τετράδια της Φυλακής» εκδόθηκαν και κυκλοφόρησαν ευρύτατα χωρίς να προκαλέσουν τον θόρυβο που τους άξιζε. Οι ορθόδοξοι κομμουνιστές δυσκολεύονταν να αποδεχθούν ότι υπάρχει ειρηνικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό. Η επιτυχία των Μπολσεβίκων είχε δημιουργήσει την πεποίθηση ότι ο σοσιαλισμός θα έλθει με οδοφράγματα, κανονιές και κατάληψη συμβολικών κτηρίων. «Η επικράτηση του σοσιαλισμού με εκλογές είναι αστική αυταπάτη», έλεγε η Έμμα Γκόλντμαν.
Ο Γκράμσι προειδοποίησε: Μην περιμένετε αποτέλεσμα από οδοφράγματα και αψιμαχίες. Το σχολείο, το πανεπιστήμιο, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η δικαιοσύνη, ο δημόσιος τομέας, το πολιτισμικό κατεστημένο, κάθε θεσμός που μεταφέρει στις επόμενες γενιές ιδέες και αξίες: αυτό είναι το πεδίο της μάχης. Αυτούς τους θεσμούς πρέπει να κατακτήσει ο σοσιαλισμός, αφού τους ροκανίσει εκ των ένδον. Άνθρωποι που συμμερίζονται τους στόχους μας θα διεισδύσουν στους «αρμούς της εξουσίας». Σταδιακά θα νεκρώσουν τα ανακλαστικά τους για να μην αντιληφθούν πως η αναίμακτη επανάσταση θα θριαμβεύσει. Ο ρόλος του οργανικού διανοούμενου είναι να μεταφράζει τη θεωρία σε παραδείγματα τα οποία δεν μοιάζουν εκ πρώτης όψεως ιδεολογικά: το φιλμ που καταδικάζει την καθημερινότητα, ο δημοσιογράφος που κάθε ρεπορτάζ το εντάσσει στο ιδεολογικό πλαίσιο, ο καθηγητής που διδάσκει στρατευμένη Ιστορία.
Η επικύρωση της θεωρίας έγινε αρχικά από το βραχύβιο κίνημα που ονομάστηκε Ευρωκομμουνισμός. Υποσχόταν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» και περιέγραφε ως μέσον για την επίτευξή του τον «ιστορικό συμβιβασμό». Μάταια. Ύστερα από μερικά χρόνια ουδείς μιλούσε για τον Μπερλινγκουέρ, τον Μαρσέ ή τον Καρίγιο. Το 1968 όμως η νέα γενιά στα μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια μετέτρεψε τη θεωρία σε πράξη. Η ίδια γενιά στις δεκαετίες που ακολούθησαν ανέδειξε καθηγητές, δημοσιογράφους, δημόσιους λειτουργούς, δικαστές όπως τους είχε περιγράψει ο Γκράμσι. Χρειάστηκαν κάπου 50 χρόνια αλλά το θεωρητικό σχέδιο δούλεψε. Ο ίδιος ο δημιουργός του δεν πρόλαβε να το δει. Πέθανε λίγες μέρες μετά την αποφυλάκισή του σε ηλικία μόλις 46 ετών. Τα «Τετράδια» όμως λειτούργησαν όπως το αεροπλάνο με τον αυτόματο πιλότο. Από αυτά προέκυψαν η Σχολή της Φρανκφούρτης, η Φαβιανή Εταιρία, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, τα Πανεπιστήμια και η WOKE ατζέντα.
Οι συνθήκες δεν ήταν ευνοϊκές μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Αποδείχθηκε όμως ότι αυτό που έπεσε ήταν ένας μηχανισμός που κατάφερνε να διατηρείται με τη βία. Βοήθησε και αυτό που ο Κορνίλιος Καστοριάδης αποκάλεσε «βαρύ προνόμιο της Δύσης»: ο ελληνο-δυτικός κόσμος είναι ο μοναδικός πολιτισμός που γέννησε την αμφισβήτηση των δικών του θεσμών. Βοήθησε επίσης ο αφορισμός του Νίτσε «δεν υπάρχει αλήθεια»: οι αμφισβητίες κατέληξαν ότι η αλήθεια είναι μια σύμβαση που επιβάλλεται από την άρχουσα τάξη. Βοήθησε τέλος κι ένα αθόρυβο όπλο που αποδείχθηκε φονικό: η γαλλική γλώσσα με την κομψότητα και μελωδικότητά της: χωρίς αυτήν η γαλλικής προέλευσης Κριτική Θεωρία δεν θα είχε γνωρίσει την ενθουσιώδη υποδοχή που της επιφύλαξε η αμερικανική διανόηση.
Η διεθνής Αριστερά είχε πάρει μαθήματα από τις αποτυχίες της. Ο Μαρκούζε αντικατέστησε τον οικονομικό μαρξισμό με πολιτισμικό πόλεμο. Οι πύρινοι λόγοι για φάμπρικες, προλεταριάτο και εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο έπαψαν να ακούγονται τη μεταμοντέρνα εποχή. Το παλιό αφήγημα δεν ήταν πλέον ελκυστικό. Η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο αποθηκεύτηκε. Τώρα στις διαδηλώσεις κυμάτιζε το λάβαρο με το ουράνιο τόξο. Νέο αφήγημα ήταν το δίπολο καταπιεστές και καταπιεζόμενοι που ενισχύθηκε και έγινε τόσο ευρύχωρο ώστε να περιλαμβάνει τα πάντα: λευκοί, μαύροι, άντρες, γυναίκες, στρέιτ, γκέι, δημοκρατία, Κοράνι, Ισραήλ, Παλαιστίνη, γηγενείς, μετανάστες – όλοι οι «καλοί» χωράνε.
Το κύριο γεύμα συνοδεύτηκε από ορεκτικά, όπως συμπερίληψη, πολυπολιτισμικότητα, δυσφορία φύλου, δικαιωματισμός, ρητορική μίσους, ρατσισμός, σεξισμός, φασισμός, σεβασμός σε πολιτισμούς ασύμβατους με τον Δυτικό και επίθεση σε οτιδήποτε δεν ταιριάζει στο φρέσκο ιδεολογικό πλαίσιο. Το νέο επαναστατικό υποκείμενο ήταν διαθέσιμο όπως τα έτοιμα ενδύματα: μειονότητες, φοιτητές, περιθωριακοί, ακτιβιστές για το κλίμα, black lives matter, me too, αρνητές εμβολίων, ριζοσπάστες μουσουλμάνοι, ΛΟΑΤΚΙ, body shaming (δυσμενή σχόλια για την εμφάνιση), victim blaming (ευθύνη του θύματος) – όλοι είναι ευπρόσδεκτοι στο χτίσιμο του γενναίου νέου κόσμου.
Η συγκολλητική ουσία που χρειαζόταν για να κρατήσει ενωμένο αυτό το ετερόκλητο πλήθος που εκπροσωπούσε τελείως διαφορετικές ιδεοληψίες, αντιλήψεις και προσδοκίες βρέθηκε: ήταν το μίσος στο οποίο όποιος στοιχημάτισε βγήκε πάντα κερδισμένος. Τον χειρισμό του ανέλαβαν οι σύγχρονες Αμαζόνες, οι πολεμοχαρείς νεοφεμινίστριες. Η ετυμηγορία τους ήταν προκάτ: για όλα φταίει ο λευκός άντρας. Ήδη από το 1967 η Σούζαν Σόνταγκ έγραψε ότι η λευκή φυλή είναι «το καρκίνωμα της ανθρώπινης Ιστορίας» – μια τεράστια συμβολή στη δημιουργία του πολιτισμού της ενοχής.
Οι λευκοί ένιωσαν τόσες τύψεις για το παρελθόν και το χρώμα του δέρματός τους που έκαναν και κάνουν τις πιο επικίνδυνες υποχωρήσεις για να ικανοποιήσουν ακόμη και παράλογα αιτήματα αριθμητικά ασήμαντων μειονοτήτων. Το κορυφαίο κακούργημα που αποδίδεται στους λευκούς είναι η δουλεία. Το γεγονός ότι τα δυτικά κράτη προηγήθηκαν στην κατάργησή της (την οποία ασκούσαν επί αιώνες Άραβες δουλέμποροι) δεν χρησιμεύει ως ελαφρυντικό. Όμως στην Ελλάδα η δουλεία τέθηκε εκτός νόμου το 1822 (!) Ακολούθησαν η Μεγάλη Βρετανία το 1833, η Γαλλία το 1848, οι ΗΠΑ το 1865 κ.λπ. Οι σεβάσμιοι πολιτισμοί έγχρωμων φυλών δεν έδειξαν καμία βιασύνη. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατήργησε τη δουλεία το 1908, το Μαρόκο το 1922, το Ιράν το 1928, το Κατάρ το 1952, η Σαουδική Αραβία το 1962, το Ομάν το 1970 και η Μαυριτανία το 1981.
Έχουμε άραγε δει όλο το ρεπερτόριο της νέας παράνοιας; Εξαντλήθηκε μήπως η μαχητικότητα των πρωτοπόρων του επιθετικού φεμινισμού; Απάντηση: κάθε άλλο! Εννέα γυναίκες ένορκοι ψήφισαν να αθωωθεί η Αμερικανίδα Μήδεια (κατά κόσμον Λίντσεϊ Κλάνσυ) που στραγγάλισε τα τρία αθώα παιδάκια της. Το σκεπτικό τους είναι ότι ευθύνεται ο άντρας της. Την ολοκλήρωση των ολέθριων αποτελεσμάτων του λυσσαλέου πολέμου των δύο φύλων απέτρεψε ο μόνος μαύρος, από τους τρεις λευκούς άνδρες, που επέμεινε παρά τις πιέσεις στην καταδίκη της. Οι άλλοι δύο υπέκυψαν προφανώς για να μην κατηγορηθούν για «μισογυνισμό».
Στα σκαριά βρίσκεται τώρα νέο πεδίο μάχης. Είναι η σύνδεση της κρεοφαγίας (καρνισμός) με τον μισογυνισμό. Το επέλεξε ο οικοφεμινισμός και η υστερική καταγγελία της πατριαρχίας. Κατ’ αυτούς, η κατανάλωση κρέατος δεν είναι διατροφική επιλογή. Είναι «ανδρική τροφή», σύμβολο των δομών εξουσίας, της ανδρικής κυριαρχίας και της υποτίμησης του θηλυκού. Το 1990 η Κάρολ Άνταμς εξέδωσε ένα βιβλίο που επέκρινε δριμύτατα την εκμετάλλευση των θηλυκών ζώων από τη βιομηχανία γάλακτος και αυγών. (Σ.σ. Ενδιαφέρον ερώτημα: Γιατί μόνο στα ζώα αναγνωρίζονται μόνο δύο βιολογικά φύλα εκ γενετής που δεν αλλάζουν στη διάρκεια της ζωής τους;)
Όσοι ανησυχούν για τη νίκη του AfD στη Γερμανία ίσως κατάλαβαν ότι πλησιάζει η ώρα που το ξεχείλωμα των woke θεωριών θα υπερβεί το σημείο θραύσης. Όταν σπάσει το σκοινί η αφυπνισμένη ανεκτική κοινωνία δεν θα έχει σε ποιους να αναθέσει τη σωτηρία τής δυτικής δημοκρατίας. Θα στραφεί στους δεδηλωμένους εχθρούς της: τους πραγματικούς ακροδεξιούς; Θα είναι μια τραγική ιστορική ειρωνεία. Αλλά η Ιστορία είναι συχνά μνησίκακη.







































































































