Γράφει ο Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος
∆ηµοσιογράφος – ∆ηµοσιολόγος
Η χαρούµενη επέτειος της ενώσεως της Επτανήσου µε τη µητέρα Ελλάδα, ηµεροµηνιακά είναι κοντά µε τη θλιβερή επέτειο της αλώσεως της Βασιλεύουσας.
Στην Κέρκυρα, ο κεντρικός εορτασµός θύµισε Βυζάντιο. Τελέστηκε η Θεία Λειτουργία και η ∆οξολογία προεξάρχοντος του Μητροπολίτου, ο οποίος φορούσε άµφια και µίτρα (στέµµα) – που φορούσαν ο Αυτοκράτορας της Ρωµιοσύνης και οι αξιωµατούχοι της. Επλαισιούτο από πλήθος λαού, από σηµαίες, λάβαρα, εξαπτέρυγα και από την ηγεσία των Ενόπλων ∆υνάµεων. Και µετά η παρέλαση, την οποία κοσµούσαν και µε τοπικές φορεσιές οι νέοι και οι νέες, ήταν και οι πολυπληθείς µπάντες, που ενίσχυαν µελωδικά τον πανηγυρικό τόνο.
Παρούσα και η πολιτική εξουσία δια του ανωτάτου άρχοντος, του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας κ. Κων. Τασούλα, θυµίζουσα τις καλές ηµέρες των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας και αυτό που γράφει ο µέγας Βυζαντινολόγος Στίβεν Ράνσιµαν για τον Ιουστινιανό, ο οποίος υποστήριζε τη διάκριση µεταξύ του sacerdotium και του imperium και πίστευε πως η µεταξύ τους αρµονική σχέση είναι ουσιαστική για την ευηµερία του κόσµου και ότι το imperium πάντοτε οφείλει να υποστηρίζει τις αποφάσεις και το κύρος του κλήρου.
(«Η Βυζαντινή θεοκρατία», Εκδ. «∆όµος», 1982, σελ. 51).
Μετά το 1204 και την πρώτη άλωση από τους «χριστιανούς» Ενετούς και Φράγκους, η πίεση στη Ρωµέικη Αυτοκρατορία γινόταν όλο και πιο µεγάλη. Από τη µια οι στην Ανατολή οθωµανοί οσµανλήδες πίεζαν κατακτώντας εδάφη, και από την άλλη στη ∆ύση οι «χριστιανοί» πίεζαν να υποκύψουµε στον Πάπα και να απωλέσουµε την ταυτότητά µας, χωρίς να µας εγγυώνται ότι θα µας προστάτευαν από τον εξ Ανατολής κίνδυνο… Ο µεγαλοφυής ιστοριοδίφης Σπυρίδων Ζαµπέλιος περιγράφει µε ακρίβεια και αντικειµενικότητα την προ της Αλώσεως κατάσταση:
«Οφείλει το γένος των Ελλήνων, παραιτούµενον των περί Ορθοδοξίας αξιώσεών του, και επί σκοπώ του να διαφυλαχθή από τους άκρους κινδύνους, να στρέψει όµµα συνδιαλλακτικόν προς την ∆ύσιν, να παραδεχθή τον Παπισµόν, να συγχωνευθή µετά των εσπερίων εθνών, να απολέση την αρχαιόγονον φύσιν του, να εξουθενηθή εις τον ωκεανόν των δυτικών εθνικοτήτων, να αποταχθή της αυθεντίας του παρελθόντος, να απεκδυθή της ιστορικής ηγεµονίας του και ταύτα πάντα χωρίς της βεβαιότητος ότι θέλει σωθή ποτέ από της ηµέρας παρ’ ηµέραν αναβαινούσης βαρβαρικής πληµµύρας. Ή µάλλον, οφείλει προς τον βάρβαρον µεν να παραχωρήση την αυτονοµίαν, τον βυζαντινόν θρόνον, την πολιτείαν, εις εαυτόν δε να φυλάξη την κατοχήν του θρησκεύµατος, ως παλλάδιον εντός του οποίου ήθελε καταφύγει και κρυφθή ο σπόρος της ελευθερίας; Εις άλλας λέξεις, τί µέλλει να δώση βοράν εις τον της Ανάγκης αδυσώπητον δράκοντα; Την ύλην ή το πνεύµα; Να δώση το θρήσκευµα και την εν τω θρησκεύµατι µέλλουσαν αναγέννησιν προς τους ∆υτικούς, ή να παραδώση το µεσαιωνικόν ατελέστατον πολίτευµα προς τους διαδόχους του Οτµανίου; ∆εξιόθεν κρηµνός, αριστερόθεν τάφος. Τα εθνικά στοιχεία ηθέλησαν να ριφθώσιν εις τον κρηµνόν κατά προτίµησιν, µε την ελπίδα την προς τον Θεόν και την βοήθειαν της Ιστορίας».
(«Άσµατα δηµοτικά και µελέτη περί µεσαιωνικού Ελληνισµού», Κέρκυρα, 1852, ανατύπ. Βιβλιοπωλείο ∆ιονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα, 1986, σελ. 503).
Από την Άλωση αρχίζει ο αγώνας επιβίωσης του Ελληνισµού. Μακρά η περίοδος, 400 χρόνια, σκλαβιάς και τυραννίας υπό αλλόθρησκο κατακτητή. Κατ’ αυτήν συνέβη το δυσκατόρθωτο για όλους τους λαούς της Γης: επιβίωσε το Έθνος χάρη στην Εκκλησία και τους πιστούς λαϊκούς, που διατήρησαν µε θυσίες ζωντανές τη γλώσσα και την ιστορία µας. Ο Σάµιος λόγιος Επαµεινώνδας Σταµατιάδης (1835-1901) σηµειώνει ότι δύο τάξεις υποβάσταξαν κατά τους χαλεπούς εκείνους χρόνους το βαρύ και δυσβάστακτο της Ελληνικής εθνότητος φορτίο, η Εκκλησία και οι αρµατωλοί – κλέφτες. Ειδικότερα γράφει, µεταξύ άλλων: «Οι Έλληνες, ως Χριστιανοί, οφείλουν σεβασµό προς την αγίαν αυτών εκκλησίαν, ως έθνος όµως οφείλουν προς αυτήν και ευγνωµοσύνην, διότι υπό της αγάπης και προνοίας αυτής περιβαλλόµενοι διήλθον σώοι το σκιερό και ζοφώδες διάστηµα τεσσάρων όλων αιώνων, υπ’ αυτής εκτρεφόµενοι µε το µάνα της εις Θεόν πίστεως, παρηγορούµενοι µε την αλάνθαστον παρηγορίαν της ελπίδος, θωρακιζόµενοι µε τον αδιαπέραστον θώρακα της υποµονής, υποβασταζόµενοι τέλος µε το έρεισµα της προς αλλήλους ευαγγελικής αγάπης».
(«Βιογραφίαι των Ελλήνων Μεγάλων ∆ιερµηνέων», Αθήνησι, 1865, Ανατύπ. Εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1973, σελ. 8-10).
Ο Ελληνισµός δεν θα υπήρχε χωρίς το Βυζάντιο, υποστήριξε σε συνέντευξή της η βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ: «Τί είναι ο Νεοελληνισµός; Ορθοδοξία και ελληνική γλώσσα. Χωρίς το Βυζάντιο δεν θα υπήρχε Ορθοδοξία, όπως επίσης δεν θα είχε συντηρηθεί και διαδοθεί η ελληνική γλώσσα, η οποία δεν έγινε ποτέ νεκρή γλώσσα και µόνον οι Έλληνες τη µιλάµε, αφού δεν υπάρχουν ελληνογενείς γλώσσες, όπως υπάρχουν οι λατινογενείς».
Μια πλευρά του παρόντος έζησε η Κέρκυρα πριν από λίγες ηµέρες, όπως τη ζούµε οι περισσότεροι Έλληνες σε κάθε εθνική και θρησκευτική µας εορτή. Ο Ελληνισµός εκφράζεται έτσι ως συνέχεια του Βυζαντίου και µε ευθύνη για τα πεπρωµένα του. Υπάρχει και η άλλη πλευρά. Την εκπροσωπούν οι οπαδοί του δυτικού «προοδευτισµού». Από τη µεταπολίτευση έως σήµερα υπάρχει µια αυξανόµενη πίεση από ολιγάριθµες, αλλά ισχυρές αντίθεες δυνάµεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της χώρας, για περιθωριοποίηση της Εκκλησίας, για κατάργηση των συµβόλων που θυµίζουν το παρελθόν των Ελλήνων και προσχώρηση στον τύπο του δυτικού ανθρώπου, του αποδεχόµενου ή ανεχόµενου την εφαρµογή των ιδεολογιών του ηδονισµού, του ατοµισµού και του µηδενισµού, που τις παραποιεί και τις µετατρέπει σε «δικαιώµατα». Και είναι εντυπωσιακό ότι πολιτικοί και του κυβερνώντος κόµµατος, οπαδοί του Σηµιτισµού, επιχειρούν να συνδυάσουν τα µη αναµιγνυόµενα, Εκκλησία και δυτικό «εκσυγχρονισµό».
Παράδειγµα ο 38ετής κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης. Μετά την πρόσφατη συνάντησή του στην Αθήνα µε τον Οικουµενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολοµαίο δήλωσε: «Η σοφία, η νηφαλιότητα και το κύρος του αποτελούν διαρκή πηγή έµπνευσης και καθοδήγησης για την απαιτητική συνέχεια του έργου µας». Όµως τον Ιανουάριο του 2026 µιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθµό ΣΚΑΪ είχε πει για τις αµβλώσεις: «Είναι αδιανόητο το 2026 να συζητάµε για το τι θα κάνει µια γυναίκα µε το σώµα της, αυτά η χώρα µας τα έχει λύσει πολλές δεκαετίες πριν». Επισηµαίνεται στον κ. Μαρινάκη πως η « έµπνευσή» του από τον Πατριάρχη δεν πρέπει να είναι επιλεκτική και κατά τη βούλησή του, αλλά οφείλει να είναι σύµφωνη µε τα όσα αυτός πρεσβεύει. Αλλιώς η συνάντηση ήταν µια τυπική κοινωνική επαφή, που µπορεί να χρησιµοποιηθεί κατά τις προσεχείς εκλογές και η δήλωσή του χωρίς περιεχόµενο. Τα ίδια ισχύουν για όσους βουλευτές, ερήµην του λαού και κατά παράβαση των κανόνων της Φύσεως, της Ηθικής και της διδασκαλίας της Εκκλησίας, ψήφισαν υπέρ του γάµου των οµοφυλοφίλων, αλλά επιδιώκουν και καλές σχέσεις µε τον κλήρο…
Ο εθνικός µας ποιητής ∆ιονύσιος Σολωµός στον Εθνικό µας Ύµνο µιλάει για τα περασµένα µεγαλεία που έζησε ο Ελληνισµός και επισηµαίνει πως διηγώντας τα είναι να κλαις για το πού κατάντησε… Ο στίχος του, από την πέµπτη στροφή του Ύµνου, αναφέρεται στην εποχή της τουρκοκρατίας, αλλά για κάποιους Έλληνες παραµένει επίκαιρος…







































































































