Χέρι κοµµένο γεµάτο από Φως·
πέτρα απ’ τα σπλάχνα µου,
απ’ τα µύχια µου µε πόνο βγαλµένο,
κύτταρο της ψυχής µου αιµάτινο,
πιο πέρα κι απ’ των µατιών τον ορίζοντα…
Ασελγήσαν στη γη µου ζωγράφοι ρυτίδων·
της ψυχής µου τα κύτταρα ήλγυναν,
τι, ξεδιάντροπα ορφανόφεγγοι
το κορµί και το φως µου «ελγινήσαν».
Ναι, δια του Έλγιν το Φως ελγινήσαν!
Έλγιν! Στους αιώνες το όνοµα βέβηλο·
στους αιώνες των αιώνων ανάθεµα·
στων ανθρώπων τα δρώµενα σκότος.
Φωτερά µου πετράδια του πνεύµατος,
της ψυχής µου κλεµµένα στολίδια,
φυλακή στης ντροπής το µουσείο
και µε άλλων ψυχών, οµού, τα µνηµεία,
µ’ αλυσίδες δεµένα.
Ποιός Νόµος, ποιό Φως και ποιό ∆ίκιο
θα µπορούσε ποτέ να στεριώσει
τούτη δω τη βέβηλη πράξη!
Μόν’ το σκότος µπορεί να χαρίσει προφάσεις.
Μόν’ το σκότος κι η όρφνη, Ελγίνε,
του κάλλους, µολευτή, του ατόφιου,
και του ωραίου και τ’ αληθινού χαλαστή,
µόνο το σκότος για σύµµαχο έχεις.
Μόνο το σκότος µπορεί
να φωτίσει αποτρόπαιο τέτοιο τοπίο.
Τί τοπίο, αλί! Να! Μουσείο κλοπής του φωτός!
Ιωάννης Παναγάκος
ioannispanagakos@outlook.com
panioan@otenet.gr
Ανώτερος αξιωµατικός ε.α.
Πρώην καθηγητής της Σ.Σ.Ε. στις Πληροφορίες Μάχης.
∆άσκαλος Σκακιού – Συγγραφέας – Ποιητής






































































































