Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος
Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία
Καταναλωτών Ελλάδος
Στην Ελλάδα συζητάµε συχνά για τη φοροδιαφυγή, την ποιότητα της εκπαίδευσης και την ανάγκη ενίσχυσης της αξιοκρατίας.
Υπάρχει όµως ένα φαινόµενο που συνδέει και τα τρία αυτά ζητήµατα, χωρίς να λαµβάνει την προσοχή που του αναλογεί: Η ανάθεση φοιτητικών εργασιών, διπλωµατικών και πτυχιακών µελετών σε τρίτους έναντι αµοιβής..
Πρόκειται για µια πρακτική που έχει λάβει σηµαντικές διαστάσεις τα τελευταία χρόνια. Μέσω ιστοσελίδων, µέσων κοινωνικής δικτύωσης, ακόµη και προσωπικών δικτύων, διαφηµίζονται υπηρεσίες συγγραφής Πτυχιακών &∆ιπλωµατικών και Ακαδηµαϊκών εργασιών «κατά παραγγελία». Ο φοιτητής πληρώνει και κάποιος άλλος αναλαµβάνει να εκπονήσει την εργασία που ο ίδιος όφειλε να ερευνήσει, να συγγράψει και να υποστηρίξει.
Το πρόβληµα είναι πρωτίστως ακαδηµαϊκό, γιατί συντελείται υπονόµευση της ακαδηµαϊκής αξιοπιστίας όταν τρόπο τινά γνωρίζουµε όλοι ότι, η βασική αποστολή της ανώτατης εκπαίδευσης είναι η παραγωγή γνώσης και η ανάπτυξη δεξιοτήτων. Όταν µια εργασία συντάσσεται από τρίτο πρόσωπο, η εκπαιδευτική διαδικασία ακυρώνεται στην πράξη.
Είναι όµως και ηθικό, κοινωνικό πρόβληµα, αφού ο φοιτητής θεωρητικά λαµβάνει βαθµολογία για µια προσπάθεια που πρακτικά δεν κατέβαλε ποτέ. Αποκτά τίτλους και προσόντα χωρίς να έχει αναπτύξει τις γνώσεις που αυτοί πιστοποιούν. Σε ορισµένες περιπτώσεις, όπως η παρουσίαση της εργασίας στο αµφιθέατρο, ο φοιτητής/τρια αδυνατεί να εξηγήσει βασικά σηµεία της εργασίας που φέρει το όνοµά του, γεγονός που αποδεικνύει το µέγεθος της στρέβλωσης.
Το αποτέλεσµα είναι η υποβάθµιση της αξιοπιστίας των πτυχίων και η αδικία απέναντι στους χιλιάδες φοιτητές που εργάζονται µε συνέπεια, αφιερώνουν χρόνο στην έρευνα και ολοκληρώνουν µόνοι τους τις ακαδηµαϊκές τους υποχρεώσεις.
Ωστόσο το θέµα έχει διαστάσεις και οικονοµικές αφού η κρυφή διάσταση της φοροδιαφυγής, πέρα από την εκπαιδευτική διάσταση, έχει µια πλευρά που συχνά παραβλέπετε όµως θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι συγγραφή εργασιών έναντι αµοιβής αποτελεί οικονοµική δραστηριότητα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αµοιβές καταβάλλονται χωρίς παραστατικά, χωρίς δηλωµένα εισοδήµατα και χωρίς την απόδοση των αντίστοιχων φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.
∆ηµιουργείται έτσι µια παράλληλη και αδήλωτη αγορά υπηρεσιών, η οποία στερεί έσοδα από το ∆ηµόσιο και δηµιουργεί συνθήκες αθέµιτου ανταγωνισµού απέναντι σε όσους επαγγελµατίες δραστηριοποιούνται νόµιµα.
Το πρόβληµα γίνεται ακόµη µεγαλύτερο όταν οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται συστηµατικά και οργανωµένα, µε σηµαντικού ύψους οικονοµικές συναλλαγές που παραµένουν εκτός φορολογικού ελέγχου.
Είναι σαφές ότι, απαιτείται συντονισµένη παρέµβαση από τα αρµόδια Υπουργεία Παιδείας και Εθνικής Οικονοµίας και Οικονοµικών, καθώς και από τη φορολογική διοίκηση.
Η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει:
– Την αυστηρότερη εποπτεία όλων όσων διαφηµίζουν υπηρεσίες συγγραφής Πτυχιακών &∆ιπλωµατικών και Ακαδηµαϊκών εργασιών µέσω ∆ιαδικτύου.
– Τη διενέργεια φορολογικών ελέγχων σε περιπτώσεις οργανωµένης παροχής τέτοιων υπηρεσιών.
– Την ενίσχυση των µηχανισµών ανίχνευσης µη αυθεντικών εργασιών στα πανεπιστήµια.
– Την καθιέρωση υποχρεωτικής προφορικής υποστήριξης πτυχιακών και διπλωµατικών εργασιών, ώστε να διαπιστώνεται η πραγµατική γνώση του φοιτητή.
– Την αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων για τον εντοπισµό ύποπτων οµοιοτήτων και µη γνήσιου ακαδηµαϊκού έργου.
Γιατί, η προστασία των τίτλων σπουδών είναι υπόθεση όλων.
Γιατί τα πανεπιστήµια αποτελούν θεσµούς παραγωγής γνώσης και όχι µηχανισµούς έκδοσης τίτλων χωρίς αντίκρισµα.
Τέλος, η ανοχή στην αγορά έτοιµων εργασιών πλήττει την αξιοπιστία της ανώτατης εκπαίδευσης, αδικεί τους συνεπείς φοιτητές και ενισχύει µια µορφή παραοικονοµίας που στερεί πολύτιµους πόρους από το κράτος.
Η αντιµετώπιση του φαινοµένου είναι πρωτίστως ζήτηµα ακαδηµαϊκής δεοντολογίας, αξιοκρατίας και προστασίας της αξίας των ελληνικών πτυχίων και έπειτα Φορολογικό..
Εάν πραγµατικά, επιθυµούµε ένα εκπαιδευτικό σύστηµα που να επιβραβεύει τη γνώση, την προσπάθεια και την προσωπική εργασία, τότε η πρακτική της συγγραφής εργασιών κατά παραγγελία δεν µπορεί πλέον να αντιµετωπίζεται ως µια «αθώα διευκόλυνση». Αποτελεί µια σοβαρή παθογένεια που υπονοµεύει τόσο την εκπαίδευση όσο και το δηµόσιο συµφέρον και απαιτεί άµεσες και ουσιαστικές παρεµβάσεις.









































































































