Γράφει η Πέγκη Φαράντου
Διδάκτωρ Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, συγγραφέας – ζωγράφος
Mετά από πολλές μέρες βροχής και δυνατού αέρα, μια μέρα με ήλιο έμοιαζε με ευχάριστο δώρο. Ο ουρανός ήταν καθαρός, λίγα μόνο παχιά σύννεφα, βρίσκονταν κάπου στο βάθος του ορίζοντα της πόλης. Παρότι ήταν ακόμη χειμώνας, ένας νότιος άνεμος και ένας δυνατός ήλιος, είχαν ζεστάνει την ατμόσφαιρα.
Η νέα εβδομάδα μόλις ξεκινούσε. Ήταν Δευτέρα και τα σχολεία υποδέχονταν τους μαθητές που γέμιζαν τις αίθουσες. Στον προαύλιο χώρο ενός Γυμνασίου, κάποιοι μαθητές δεν μπήκαν στην τάξη, περίμεναν…
Μαθητές και μαθήτριες, λιάζονταν κάτω από τον δυνατό χειμωνιάτικο ήλιο. Η μέρα ήταν ζεστή και κάποιοι από αυτούς, είχαν βγάλει τα χοντρά πανωφόρια τους και έμεναν με τα ελαφρά κοντομάνικα μπλουζάκια. Καθόλου δεν ενοχλούσε τους μαθητές η καθυστέρηση της νέας καθηγήτριας στο σχολείο. Η διευθύντρια είχε ενημερώσει εδώ και μέρες, στο σχολείο θα ερχόταν νέα καθηγήτρια Φιλολογίας.
Η ώρα περνούσε, οι μαθητές της Δευτέρας τάξης του Γυμνασίου, είχαν απλωθεί στα σκαλιά του μεγάλου προαύλιου χώρου και απολάμβαναν τον ήλιο, σαν να είχαν πάει εκδρομή. Μόνο τα άρβυλα που φορούσαν οι περισσότεροι, μαρτυρούσαν ότι ήταν ακόμη χειμώνας. Με απλωμένα τα πόδια στα μεγάλα σκαλιά και τα χέρια γυμνά, κάτω από τα κοντομάνικα μπλουζάκια, περίμεναν νωχελικά.
Τότε, η Ζωή, είπε στους συμμαθητές της, «ποιος κάνει τώρα Φιλολογία, βαριέμαι, δεν μένουμε καλύτερα εδώ μια τέτοια ωραία μέρα;». «Ναι ρε σύ! -είπε ο Πάνος, που ήταν λίγο πιο κει- ποιος κάνει τώρα Φιλολογικά». «Τι να πω και εγώ! -συνέχισε η Έλβη, που είχε έρθει από το εξωτερικό και προσπαθούσε με δυσκολία να ακολουθήσει το πρόγραμμα- τα Ελληνικά είναι πολύ δύσκολα, ακόμη και τώρα, δυσκολεύομαι. Πότε το “ι” γράφεται με γιώτα, πότε με ήτα, πότε με ύψιλον, πότε με όμικρον γιώτα! Μετά το “ο”, πότε με όμικρον, πότε με ωμέγα! Ακόμη δεν μπορώ να το συνηθίσω». «Δεν το βλέπω να κάνουμε μάθημα σήμερα -είπε ο Φίλιππος- θα έχασε το λεωφορείο η καθηγήτρια ή θα έσπασε κανένα τακούνι!». «Αμάν βρε Φίλιππε με τη φαντασία σου -είπε η Μαρία- γι’ αυτό δεν είσαι καλός μαθητής, γιατί η φαντασία σου καλπάζει!». Οι μαθητές γελούσαν και αστειεύονταν, απολαμβάνοντας την όμορφη μέρα.
Κάποια στιγμή, έξω από τη σιδερένια πόρτα του σχολείου, σταματά μια μεγάλη μηχανή. Όλοι κοίταξαν προς το μέρος της πόρτας, σχεδόν αδιάφορά. Η μηχανή σταμάτησε, ο αναβάτης την πάρκαρε προσεκτικά στη θέση στάθμευσης και κατέβηκε από αυτήν, με μια επιδέξια κίνηση. Έπειτα, μπήκε από τη μεγάλη καγκελόπορτα του σχολείου και έβγαλε το κράνος. Όταν το έβγαλε, αποκαλύφθηκε το πρόσωπο μιας γυναίκας να χαμογελά. Η γυναίκα κοίταξε τα παιδιά και αφού τα χαιρέτησε, τους είπε: «Άργησα να έρθω, να με συγχωρέσετε, πρώτη μέρα στο σχολείο! Εσείς θα είστε οι μαθητές της Β2». Οι μαθητές σηκώθηκαν από τα σκαλοπάτια και κοίταζαν έκπληκτοι. Κοίταζαν απορημένοι την καθηγήτρια, που φορούσε άρβυλα με άσπρα κορδόνια, είχε στην πλάτη ένα σακίδιο και κρατούσε το κράνος της μηχανής.
Οι μαθητές κάθισαν στις θέσεις τους μέσα στην τάξη. Η νέα καθηγήτρια, συστήθηκε και ρώτησε τα ονόματα όλων. Άνοιξε τον σάκο της, έβγαλε από μέσα του έναν υπολογιστή, έναν φορητό προτζέκτορα και κάποια βιβλία. Μέσα σε λίγα λεπτά όλα ήταν έτοιμα και στη μεγάλη οθόνη, στον τοίχο, εμφανιζόταν ένα όμορφο τοπίο. Τα παιδιά δεν μιλούσαν καθόλου, κοίταζαν όλα την προβολή στην οθόνη, έκπληκτα με το τι θα ακολουθήσει. Η καθηγήτρια, με το τηλεχειριστήριο στο ένα χέρι και ένα βιβλίο στο άλλο είπε: «Το μάθημα σήμερα αφορά μια συγγραφέα, την Ιζαμπέλ Αλιέντε, που γεννήθηκε στο Περού και μεγάλωσε στη Χιλή» και έδειξε εικόνα στην οθόνη. «Ήταν ανιψιά του προέδρου της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε, για τον οποίο θα μιλήσουμε στη συνέχεια. Το είδος γραφής της, ανήκει στον χώρο του μαγικού ρεαλισμού. Στον χώρο αυτόν, συνυπάρχουν τα ιστορικά γεγονότα με τα φαντάσματα. Φαντάσματα, υπερφυσικές μορφές και καταστάσεις συνδέονται με την πολιτική και την ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Το βιβλίο που θα μας απασχολήσει στο μάθημά μας είναι το “Σπίτι των Πνευμάτων”». Καθώς η καθηγήτρια περιέγραφε το μάθημα, στην οθόνη περνούσαν εικόνες που σχετίζονταν με το βιβλίο και τη Λατινική Αμερική. Τότε, χτύπησε το κουδούνι, που σήμαινε το τέλος του μαθήματος και την έναρξη του διαλείμματος.
Στους διαδρόμους ακούγονταν οι μαθητές που έτρεχαν από τις τάξεις τους στο προαύλιο. Εκείνη τη μέρα, σ’ εκείνο το διάλειμμα, οι μαθητές δεν βγήκαν από την τάξη, παρότι η πόρτα είχε ανοίξει και ο ήλιος συνέχιζε να φωτίζει την πόλη. Έμειναν μέσα, ρωτώντας την καθηγήτρια για τη Λατινική Αμερική, τη Χιλή και τον μαγικό ρεαλισμό στη Λογοτεχνία…







































































































