Αρκούν, όμως, οι πρώτες ημέρες του κάθε νέου έτους για να αποδειχθεί ότι οι αλλαγές δεν γίνονται απ’ έξω (ή από πάνω, για όσους αρέσκονται στους από μηχανής Θεούς), αλλά με σκληρή, επίπονη και μεθοδική δουλειά. Και για ν’ αντιγράψω μια φορά και τη φίλη μου, την κ. Χαριτίνη, που αρέσκεται να αναφέρεται συχνά στους αρχαίους, θα έλεγα ότι τελικώς είχαν δίκιο όταν επαναλάμβαναν ότι «τα αγαθά κόποις κτώνται».
Κι αφού τελειώσαμε με τις ρήσεις, ας μπούμε και στα υπαρκτά μας προβλήματα. Όσοι παρακολουθήσαμε τις συνεδριάσεις του ∆ημοτικού Συμβουλίου, αυτόν τον τελευταίο μήνα του 2008, αισθανθήκαμε ότι «ο καιρός άλλαξε». Σα να… χειμώνιασε ξαφνικά και δεν αναφερόμαστε, βέβαια, στις καθ’ αυτές κλιματολογικές συνθήκες, που ούτως ή άλλως συμβαδίζουν και με το ημερολόγιο. Ο λόγος γίνεται για το χαμηλό βαρομετρικό που επικρατεί εντός της αίθουσας συνεδριάσεων στο μέγαρο της Βασ. Σοφίας. Εκεί που πλέον τα μέχρι πρόσφατα αναγνωριστικά πυρά της μειοψηφίας έχουν μετατραπεί σε βολές ελεύθερων σκοπευτών, τα παράπονα των δημοτών αρχίζουν να διατυπώνονται σε υψηλότερους τόνους, ενώ η παραταξιακή συνοχή «δοκιμάζεται», σε διαπαραταξιακό επίπεδο.
Στο μόνο που δείχνουν όλοι να συμφωνούν είναι στο ότι το Μαρούσι βρίσκεται αντιμέτωπο με οξύτατα προβλήματα, που δεν αντανακλώνται μόνο στην καθημερινότητα των δημοτών, αλλά -ορισμένα εξ’ αυτών- απειλούν ακόμη και τη βιωσιμότητα του δημοτικού μηχανισμού. Επιγραμματικά αναφέρουμε το πολεοδομικό συνονθύλευμα που χαρακτηρίζει τις χρήσεις γης, τη δραματική οικονομική κατάσταση του ∆ήμου και τα τεράστια ελλείμματα υποδομών που εξακολουθούν να… βαραίνουν αρκετές μαρουσιώτικες γειτονιές.
Έως εδώ, καλά. Στη διάγνωση της «ασθένειας», ίσως επειδή στο ∆ημοτικό Συμβούλιο υπάρχουν και πολλοί γιατροί, όλοι δείχνουν να τα πηγαίνουν άριστα. Τα δύσκολα αρχίζουν από την στιγμή που η συζήτηση πάει στο «πώς θα σώσουμε τον ασθενή». Εκεί, πλέον, γίνεται «του Κουτρούλη ο γάμος». Ορισμένοι, στα οικονομικά για παράδειγμα, ζητούν περικοπή των δαπανών του ∆ήμου και, ταυτόχρονα, καλύτερες υπηρεσίες προς τους πολίτες, περισσότερα έργα, μεγαλύτερα μεροκάματα για τους εργαζόμενους. Κάποιοι άλλοι, κατηγορούν τη διοίκηση ότι εμφανίζει προσδοκίες μειωμένων εσόδων, όμως την επιπλήττουν, εάν ανακαλύψουν νέες επιβαρύνσεις του δημότη.
Στις χρήσεις γης ορισμένοι «ξιφουλκούν» κατά των επιχειρηματικών συμφερόντων που λυμαίνονται το Μαρούσι, «καταχεριάζουν» τη δημοτική αρχή που δεν βάζει τέλος στους πολεοδομικά παρανομούντες, αλλά ταυτόχρονα «ανάβουν κόκκινο» στην αλλαγή χρήσεων γης, τουλάχιστον πριν προϋπάρξει αναμόρφωση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου. Μέχρι τότε, βέβαια, ουδείς αναλαμβάνει να πει ευθέως ότι θα πρέπει να εξακολουθήσουμε να παρακολουθούμε ανήμποροι τη δράση των αυθαιρετούντων.
Θα αντιτάξει κάποιος στα παραπάνω ότι πάντοτε υπάρχει η μέση οδός και πως -σε τελευταία ανάλυση- η τέχνη της πολιτικής είναι να ισορροπείς και συνθέτεις ακόμη και αντιφατικά πράγματα. Σωστό και αποδεκτό. Αλλά θα πρέπει να «βρέξουν όλοι τα μπατζάκια τους». Αναμφίβολα η δημοτική αρχή έχει την πρώτιστη ευθύνη να επιλύσει τα προβλήματα της πόλης, αλλά αυτό δεν μπορεί ν’ αποτελεί άλλοθι για όσους προτιμούν την ασφάλεια του πολιτικού θεωρείου, η οποία τους επιτρέπει να επευφημούν ή να γιουχαΐζουν, χωρίς ρίσκο.
Από την άλλη και η διοίκηση ίσως θα πρέπει να αναπροσαρμόσει κάπως τη στάση της, δημιουργώντας συμμετοχικότερες διαδικασίες, αποφεύγοντας συγκρούσεις που δεν της αποφέρουν ουσιαστικά οφέλη και εστιάζοντας στους πραγματικούς εχθρούς της προόδου και της ανάπτυξης του Μαρουσιού.
Και οι δύο πλευρές, τέλος, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι οι δημότες, όπως και όλοι οι πολίτες της χώρας μας, αισθάνονται τον τελευταίο καιρό πολύ «ζορισμένοι». Από τη μία η οικονομική κρίση, η οποία δημιουργεί ανεξέλεγκτη νευρικότητα και ανασφάλεια στα νοικοκυριά και από την άλλη η αίσθηση ότι ορισμένοι πλουτίζουν προκλητικά, δείχνοντας πλήρη αδιαφορία απέναντι σε νόμους και θεσμούς, δημιουργούν επικίνδυνο μείγμα, που ανά πάσα στιγμή μπορεί ν’ αναφλεγεί.
Τα πρόσφατα επεισόδια στην Αθήνα και σε άλλες ελληνικές πόλεις άφησαν να διαφανεί πόσο εύκολο είναι τελικώς να «γίνει το κακό» και πόσο δύσκολο είναι μετά να «μαζευτεί». Κάποιοι ελπίζουν πως ό,τι έγινε αποτελεί μία παρένθεση, που λειτούργησε εκτονωτικά για τη νεολαία. Κάποιοι άλλοι, με βαθύτερη γνώση του τρόπου που λειτουργούν οι κοινωνίες, είδαν στα πρόσφατα γεγονότα μία σαφέστατη προειδοποίηση ότι οι ανοχές εξαντλούνται.
Ελπίζουμε η εμπειρία και η σοφία των δεύτερων να επικρατήσουν και να οδηγηθούμε στην άρση εκείνων των συνθηκών που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν νέες αντιδράσεις, ακόμη πιο… εκρηκτικές από τις πρόσφατες. Αν διαψευσθούν οι ελπίδες μας, μάλλον δεν πρέπει ν’ ανησυχούμε μόνο για τις βιτρίνες των μαγαζιών μας…
Θάνος Σταθόπουλος





































































































