Ο Ιωσήφ τον ήλιο είδε να σκοτεινιάζει
καθώς την ύστατη πνοή άφηνε ο Σωτήρας,
ραγίζετ’ η στέγη του ναού χαλάσματα σωριάζει,
η γη διάπλατ’ άνοιξε σα νά ’τανε κρατήρας.
Τρέχει, ζητεί ακρόαση από την ηγεσία,
σκίζει το πλήθος βιαστικά, το φοβερό φουσάτο,
πέφτει με δάκρυα καυτά και με γονυκλισία,
παρακαλεί ολόθερμα τον άρχοντα Πιλάτο
να του δοθεί το άχραντο, το θεϊκό το σώμα.
– Τον ξένο δος μου, έπαρχε, από μωρό σαν ξένο
οι ομοεθνείς του μίσησαν, βρέθηκε χωρίς δώμα
ξένος στον κόσμο, θάνατο του δώσαν, σχεδιασμένο.
Δος μου τον ξένο· αυτός φτωχούς, ξένους φιλοξενούσε,
δος μου τον ξένο, τούτον δω, οι Εβραίοι όλο μένος
απόξενον κάναν στο λαό, που τόσο αγαπούσε,
παράξενο δώσαν θάνατο, κι ήταν για κείνον ξένος.
Δος μου τον ξένον, άφησε να κρύψω μες το μνήμα,
γιατί σαν ξένος στη ζωή δεν είχε πού να κλίνει
την κεφαλή του, πάμπτωχος, σπίτι δεν είχε κτήμα.
Δος μου τον ξένο, ξέπνοα η μάνα του εθρήνει
και γοερά ανάκραζε: «Γιόκα μου και Θεέ μου
αντάρα αιμοράντιστη μου έφερες στα σπλάχνα,
πληγή βαθιά μες την καρδιά άνοιξες ακριβέ μου,
νεκρό σε βλέπω και πονώ πνοή δεν έχω άχνα,
μα προσδοκώ σου Ανάσταση κι έχω κουράγιο όμως».
Με τέτοια λόγια ο Ιωσήφ δεόταν στον Πιλάτο,
το σώμα πήρε του Χριστού. Μέσα του ένας τρόμος
μην αρνηθεί τον κλόνιζε· το είναι του γεμάτο
με σεβασμό κι ευλάβεια, άφθαρτη σμύρνα απλώνει,
αρώματα εντάφια με περισσή φροντίδα
στο σώμα φέρνει, διευθετεί σε καθαρό σεντόνι,
τυλίγει μ’ αφοσίωση των πάντων την ελπίδα.
Στον άσπιλο κι ανέγγιχτο τον τάφο κατεβάζει.
Εκείνον, που μας χορηγεί το μέγα έλεός του
απλόχερα και τη ζωή αιώνια· δοξάζει
καθένας μας νά ‘χει αντίκρισμα, ο πόθος ο δικός του.
Ποίημα: Γεωργίου Ακροπολίτου (1217-1282)
Λογοτεχνική απόδοση: Δημήτρη Μασούρη





































































































