Βαρύτερο κλίμα από το φετινό στον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου δεν υπήρξε για την Ελλάδα, από τη Μεταπολίτευση και μετά. Βέβαια, η στήλη, λόγω των χρονικών αλλαγών στην εκτύπωση που επέβαλε η αργία της εθνικής επετείου, όδευε για το τυπογραφείο πριν τον εορτασμό του ΟΧΙ και πριν αποφασιστεί στις Βρυξέλλες -μεταξύ των «επισήμων» και εν αγνοία του ίδιου του ελληνικού λαού- το οικονομικό και κοινωνικό μέλλον της χώρας μας.
Του Θάνου Σταθόπουλου
Ωστόσο, παρά την έλλειψη της παραπάνω ενημέρωσης, δεν χρειάζεται δα και μαντικές ικανότητες για να προβλέψει κάποιος ότι κάθε άλλο παρά κλίμα εθνικής υπερηφάνειας… κυμάτιζε ανά την επικράτεια τούτες τις ημέρες. Όσο για τις μαθητικές παρελάσεις, αν πραγματοποιήθηκαν οι προθέσεις αρκετών μαθητών, να στρέψουν προς την αντίθετη πλευρά το κεφάλι τους, κατά τη διέλευση μπροστά από τις εξέδρες των «επισήμων», τότε μάλλον όσοι «επίσημοι» τόλμησαν να εκτεθούν σε δημόσια θέα, δεν θα ένιωσαν και ιδιαίτερα βολικά. Αν και, τελικώς, πρέπει να αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για τις ευαισθησίες όσων μάς κυβέρνησαν κι εξακολουθούν να έχουν τις τύχες μας στα χέρια τους.
Πάντως, ειλικρινά, εάν ήμουν σήμερα δάσκαλος, θα δυσκολευόμουν πολύ να βρω τα κατάλληλα λόγια για να εμψυχώσω αυτά τα νέα παιδιά, που κάποιοι θέλουν -ντε και καλά- να τα βάλουν να παρελάσουν, τιμώντας την εθνική επέτειο.
Να παρελάσουν ΓΙΑΤΙ;
Επειδή, ακόμη και σήμερα, τόσο καιρό μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, αναγκάζονται να διαβάζουν μέσα από φωτοτυπίες, που σε πολλές περιπτώσεις έχουν πληρώσει οι γονείς τους;
Επειδή βιώνουν καθημερινά στο σπίτι τους την γκρίνια και την κατάθλιψη των γονιών τους, οι οποίοι βλέπουν να μη βγαίνει με τίποτε ο οικογενειακός προϋπολογισμός τους;
Επειδή οι μεγαλύτεροι τούς χρεώνουμε ότι τα «θέλουν όλα» και «έχουν όλο απαιτήσεις», χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι, ακόμη κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, εμείς το διδάξαμε στα παιδιά μας;
Επειδή τους ζητάμε να φάνε τα καλύτερα χρόνια τους στα θρανία, για να καταλήξουν -στην καλύτερη περίπτωση- να γίνουν υπάλληλοι των 500 ευρώ ή -στη χειρότερη- να προστεθούν στην ατέλειωτη λίστα των ανέργων;
Τι να πρωτοδιδάξει και τι να πρωτοπεί κι αυτός ο έρμος ο δάσκαλος σε αυτή τη γενιά, που μάλλον θα πληρώσει πολύ ακριβά το «μάρμαρο» των δικών μας επιλογών; Αν ανήκει στην κατηγορία των αδιάφορων δημοσίων υπαλλήλων, απλώς θα αδιαφορήσει, θα διεκπεραιώσει το μάθημά του και θα πάει παρακάτω. Αν, τυχόν, έχει φιλότιμο και αισθάνεται περισσότερο λειτουργός και λιγότερο κρατικός υπάλληλος, θα πέσει σε βαθιά κατάθλιψη, βασανιζόμενος από ζόρικα υπαρξιακά ερωτήματα.
Το μόνο, ίσως, που θα μπορούσε να πει σε αυτά τα παιδιά είναι να μη χάσουν την αισιοδοξία και το χαμόγελό τους. Να προσπαθήσει να κάνει ό,τι απέτυχε -λόγω ανικανότητας ή εγκληματικής βλακείας- να κάνει το σπίτι τους. Να τα ακούσει, χωρίς να σπεύσει να τα κρίνει και να προσπαθήσει να ενσταλάξει μέσα τους το πάθος για αλλαγή και δημιουργία. Να τους μιλήσει για την Παιδεία των αρχαίων και να τους εξηγήσει πόσο διαφορετική ήταν από τη «μηχανιστική» γνώση με την οποία «μπουκώνουν» τα σύγχρονα σχολεία τα μυαλά τους.
Αν υπήρχε τέτοιος δάσκαλος, θα έπρεπε, τούτες τις μέρες, να πάρει την τάξη των μαθητών του και να την πάει στον τόπο όπου άφησε την τελευταία πνοή του ο Σωκράτης. Και μετά να τους μιλήσει για το μεγαλείο να πεθαίνεις για τις ιδέες σου, σεβόμενος, μέχρι την τελευταία στιγμή, τους νόμους που επιβάλλουν ακόμη και τη θανατική καταδίκη σου. Και, ίσως, να τους εξηγήσει γιατί, εάν ζούσε σήμερα ο μεγάλος αυτός άνδρας, μάλλον δεν θα προσχωρούσε στο κίνημα του «Δεν πληρώνω…».
Αν υπήρχε τέτοιος δάσκαλος, θα έπρεπε να πάρει την τάξη των μαθητών του και να την πάει στη σπηλιά κοντά στο χωριό Μαυρομάτι Καρδίτσας, όπου το 1872 γεννήθηκε το μπάσταρδο της καλόγριας, που έμελλε να γίνει ένας από τους μεγαλύτερους στρατηγούς της ελληνικής επανάστασης του 1821, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Και μετά να τους υπενθυμίσει ότι τη ζωή τους, ανεξάρτητα από το κάτω από ποιες συνθήκες γεννήθηκαν και με ποιον τρόπο τούς μεγαλώνουν οι γονείς τους, ουσιαστικά μόνο ΑΥΤΟΙ μπορούν να την οδηγήσουν στην πρόοδο ή την εξαθλίωση.
Αν υπήρχε ένας τέτοιος δάσκαλος, θα έπρεπε να πάρει την τάξη των μαθητών του και να την ανεβάσει στην Ακρόπολη, όχι για να αναλύσει την τεχνοτροπία του Παρθενώνα, αλλά για να τους δείξει το σημείο απ’ όπου ο Μανόλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας, εκείνο το μαγιάτικο βράδυ του 1941, 19χρονοι τότε, κατέβασαν και πήραν μαζί τους τη γερμανική πολεμική σημαία. Και μετά να τους μιλήσει για συμβολικές κινήσεις και αληθινή αντίσταση στον όποιο καταχτητή, εσωτερικό ή εξωτερικό.
Ποιος ξέρει; Ίσως κάπου να υπάρχουν και τέτοιοι δάσκαλοι, αλλά σίγουρα δεν είναι πολλοί. Αν ήταν, θα μας είχαν μάθει διαφορετικά γράμματα και ίσως να είχαμε αποφύγει αυτό το βαρύ αίσθημα που πλανάται πάνω από τη χώρα. Ένα αίσθημα που δεν έχει να κάνει με την όποια απώλεια υλικών αγαθών, αλλά με την απώλεια της εθνικής αξιοπρέπειάς μας. Κι αυτό το «περιουσιακό» στοιχείο, το οποίο κληρονομήσαμε από τους προηγούμενους, εμείς, σήμερα, αποδεικνυόμαστε ανίκανοι να το κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές. Γιατί, απλούστατα, το απαξιώσαμε πλήρως.
Τι να διδάξουμε, λοιπόν, στα παιδιά μας; Το μόνο που μπορούμε είναι να τους ευχηθούμε να διδαχθούν μόνα τους από τα δικά μας λάθη…




































































































