Η υπόθεση
Σύμφωνα με την υπόθεση, ο πλοίαρχος Χάντοκ λαβαίνει μια επιστολή σύμφωνα με την οποία κληρονομεί από έναν φίλο του, τον Θεμιστοκλή Παπαρανίκο, ένα πλοίο με το όνομα «Χρυσόμαλλο Δέρας» και πρέπει να το παραλάβει από το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης.
Η παρέα Χάντοκ, Τεντέν (με το σκύλο του φυσικά) και Τουρνεσόλ καταφθάνουν στην Κωνσταντινούπολη να παραλάβουν το πλοίο, από τον εξουσιοδοτημένο δικηγόρο και διαπιστώνουν ότι είναι ένα σαπιοκάραβο, που μετά βίας μπορεί να ταξιδέψει. Το παραλαβαίνουν όμως και πριν περάσει λίγη ώρα κάνει την εμφάνισή του κάποιος πλούσιος με το όνομα Αντόν Καραμπίν (Δ. Μυράτ), ο οποίος προσφέρει στον πλοίαρχο Χάντοκ 600.000 λίρες για να το αγοράσει. Απορημένος ο πλοίαρχος από την απίστευτη προσφορά, κάτι υποψιάζεται και δεν το δίνει αποφασίζοντας να το πάρει όπως-όπως και να το οδηγήσει στη Γαλλία. Ο Καραμπίν φεύγει δίνοντάς τους να καταλάβουν ότι δεν έχει τελειώσει μαζί τους.
Λίγο αργότερα, και ενώ η παρέα περιηγείται στα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης, ο πλοίαρχος Χάντοκ γίνεται στόχος απόπειρας δολοφονίας, ενώ ο ξεναγός που τους έχει αναλάβει τους οδηγεί αργότερα σε ένα ερειπωμένο πύργο και τους κλείνει μέσα. Η ομάδα δραπετεύει και ο Τεντεν αρχίζει να ερευνά, τι κρύβεται πίσω από τον Καραμπίν.
Δημοτικά και πανηγύρια
Η έρευνα του Τεντέν τον οδηγεί στην κεντρική Ελλάδα, όπου πληροφορείται μέσα από αφηγήσεις ενός καλόγερου σε μοναστήρι των Μετεώρων και ενός λαϊκού οργανοπαίχτη (Δ. Σταρένιος), ότι ο Θεμιστοκλής Παπαρανίκος είχε στηρίξει τη δικτατορία της Τεταράγουας (χώρας της Λατινικής Αμερικής) και αφού είχε παραμείνει εκεί για τρία χρόνια είχε φύγει παίρνοντας μαζί του και το χρυσό της Εθνικής Τράπεζας Τεταράγουας.
Το ταξίδι του Τεντέν στην ελληνική ενδοχώρα, είναι αρκετά γραφικό και συνοδεύεται από ελληνική δημοτική μουσική, ενώ στο πανηγύρι κάποιου χωριού, όπου συναντούν τον Σκουμπίντοβιτς (που κρύβεται ως οργανοπαίχτης λαϊκού συγκροτήματος, από το πλήρωμα του «Χρυσόμαλλου Δέρατος» που αναζητεί και αυτό το θησαυρό), έχει ένα μικρό ρόλο και η Δώρα Στράτου που χορεύει μαζί με το συγκρότημά της.
Η ταινία προβλήθηκε πολύ λίγο στη χώρα μας (γύρω στο 1962) και τη θυμήθηκα, επειδή δεν προβλήθηκε στο θερινό κινηματογράφο ΡΕΞ που διατηρούσε ο πατέρας μου στο Μαρούσι, αλλά στη θερινή ΤΙΤΑΝΙΑ (εκεί που σήμερα βρίσκονται οι καφετερίες της πλατείας Εθνικής Αντίστασης Essato και Flocafe) στο Σταθμό ΗΣΑΠ και ήταν μία από τις λίγες φορές που έβλεπα ταινία εκτός του οικογενειακού κινηματογράφου, παρασυρμένος από τις φωτογραφίες, που είχε αναρτήσει ο ανταγωνιστικός μας κινηματογράφος, αλλά και από το γεγονός ότι διάβαζα τις περιπέτειες του Τεντέν σε κόμικ.
Την ξαναείδα προ ημερών στο ίντερνετ μέσα από ένα γαλλικό site και διατηρεί τη φρεσκάδα και τη ζωντάνια του παλιού και (χωρίς ψηφιακά εφέ) καλού κινηματογράφου.
Οι ηθοποιοί είναι πιστά αντίγραφα του κόμικ, ακόμα και στα χρώματα των ρούχων τους. Έχει δε αρκετά καλές σκηνές δράσης για ταινία «κατάλληλη δι’ ανηλίκους», που θυμίζουν έντονα τις μεταγενέστερες ταινίες του Τζέιμς Μποντ, όπως και καταδιώξεις αυτοκινήτων που είναι η σπεσιαλιτέ των Γάλλων σκηνοθετών.
Ειδικά η πάλη του Τεντέν με έναν από τους κακούς στην καμπίνα του πλοίου, θυμίζει την πάλη του Μποντ με τον Γκραντ στο βαγόνι του τρένου στην ταινία «Από τη Ρωσία με αγάπη» (1963), ενώ το σκαρφάλωμα στα Μετέωρα θυμίζει την ταινία «Για τα μάτια σου μόνο» (1981), χωρίς βέβαια να γίνονται συγκρίσεις.
Μετά από αυτήν ακολούθησε και δεύτερη ταινία με τίτλο «Tintin et les oranges bleues» (1964), με τους ίδιους πρωταγωνιστές, η οποία μάλλον δεν προβλήθηκε στη χώρα μας. Γεγονός που κάνει την ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, να είναι η τρίτη της σειράς Τεντέν με ηθοποιούς.
Άγγελος Πολύδωρος





































































































