Η διαπίστωση ως πολιτικό συμπέρασμα, ούτε παραδοξολογία είναι ούτε ως εξτρεμιστική γραφική κραυγή μπορεί να θεωρηθεί. Από τη στιγμή που, μετά την Οικουμενική του ‘89-‘90, το μόνιμο επιχείρημα είναι ότι στο πολιτικό DNA των Ελλήνων η εθνική συναίνεση δεν ταιριάζει και ότι η χώρα χρειάζεται ισχυρή κυβέρνηση για να διοικηθεί, η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία άρχισε να πνέει τα λοίσθια.
Του Γιάννη Δηµαρά, προέδρου του Πανελλήνιου Άρµατος Πολιτών
Από τότε που το πολιτικό μας σύστημα στηρίζεται σε εκλογικούς νόμους , οι οποίοι επιτρέπουν σε μειοψηφίες του 40% και 42% να κυριαρχούν απολύτως στο πολιτικό σκηνικό, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση προς την πολιτική παρακμή. Είναι εξαιρετικά υποκριτικό και άκρως επικίνδυνο για την πολιτική, την οικονομία, τον πολιτισμό, την κοινωνική συνοχή, να θεωρείται πλέον μια μειοψηφία ως κάτι απολύτως φυσιολογικό:
-Να διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή και να νομοθετεί κατά το δοκούν, αδιαφορώντας πάντα για τις αντιρρήσεις του υπόλοιπου 60%, όπως αυτό εκφράζεται στο Κοινοβούλιο.
– Να ελέγχει απολύτως την Εκτελεστική εξουσία, η οποία αποτελείται από πρόσωπα που επιλέγει ο πρωθυπουργός, γιατί αυτή η επιλογή είναι … προνόμιό του. Εν προκειμένω, ποτέ δεν έγινε σεβαστή και δεν υπολογίστηκε η … προνομία του λαού. Ο λαός μας, τον οποίο πάντα επικαλούνται πριν από τις εκλογές, στη συνέχεια … παρκάρεται στα φανάρια της περιφρόνησης.
– Να διορίζει τη Δικαστική εξουσία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, και ό,τι δραματικό σηματοδοτεί, κάθε φορά που οι Δικαστικές Αρχές εμπλέκονται σε πολιτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις.
Σήμερα, υπό το κράτος και το βάρος των πρωτοφανών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας, το πολιτικό κατεστημένο αναφωνεί απελπισμένα: «Η χώρα έχει ανάγκη από εθνική συναίνεση». Οποία υποκρισία! Ακόμη και τώρα, η σε πρώτη ανάγνωση ομολογία αποτυχίας του πολιτικού συστήματος εκτρέπεται σε απολυταρχικές προτάσεις. Αγνοεί ηθελημένα ότι άλλο είναι η συναίνεση των επικυρίαρχων αρχηγών και άλλο η εθνική λαϊκή κοινωνική ενότητα.
Η πρώτη αναζητείται σε μια συνάντηση των αρχηγών των εν τη Βουλή κομμάτων, κατά τη διάρκεια μιας ιδιωτικής ανταλλαγής απόψεων. Απόψεων, σκέψεων, προτάσεων, υπονοούμενων και υπονοιών, ενδεχομένως και συμφωνιών, που χάνονται στη σιωπή και το σκοτάδι. Η δεύτερη, η εθνική-λαϊκή-κοινωνική ενότητα ριζώνει όπου και όταν ο κυρίαρχος λαός αγωνίζεται, συμμετέχει στις αποφάσεις, ξεπερνά τους ναρκισσισμούς των ηγεσιών και επιβάλλεται με την ηρωική του απόφαση να θυσιαστεί, αλλά και την απαίτησή του να μην προδοθεί.
Άλλο, λοιπόν, συναίνεση των αρχηγών και άλλο ενότητα της κοινωνίας και του λαού μας. Δυστυχώς, δεκαετίες τώρα οι ηγεσίες των κομμάτων αποδείχθηκαν αλαζονικές και εμπαθείς. Με έντεχνο τρόπο και γκεμπελικές μεθόδους κατάφεραν να θεωρείται «προδότης» όποιος διαφωνεί με τις αποφάσεις τους. Και αντιθέτως, να χαρακτηρίζεται «πρόβατο» όποιος διαφωνεί, αλλά πειθήνια εισέρχεται στη «στάνη» του κόμματος.
Ναι, είναι ιστορικά αξεπέραστη η διαπίστωση που θέλει να μην υπάρχουν αδιέξοδα στη Δημοκρατία. Μόνο που, για την εφαρμογή του δόγματος χρειάζεται γενναιότητα, ήθος, σεβασμός στην αξιοπρέπεια των άλλων και, πριν και πάνω απ’ όλα, ειλικρίνεια. Με τρόμο σκέφτεται κάποιος την προοπτική να διολισθήσει το πολιτικό σύστημα σε εκλογικούς νόμους, που θα επιτρέπουν στους αρχηγούς των κομμάτων να επιλέγουν τους βουλευτές τους με λίστα. Εδώ εξαιρείται το ΚΚΕ, που έχει τη δική του πολιτική φιλοσοφία και επιλέγει τους βουλευτές του με ελεγχόμενη σταυροδότηση από το κόμμα.
Ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω στη γραφή το πρώτο πρόσωπο και να διατυπώσω την οργή μου: Από το γύψο του Παπαδόπουλου μέχρι την εθνική ταπείνωση που μου επιβάλλει το μνημόνιο, «ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω». Είναι φράση από τα «Τείχη» του Κ. Π. Καβάφη.
Κλείνω με το συγκεκριμένο ποίημα, γιατί είναι τόσο επίκαιρο: «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ. Άλλο δεν σκέπτομαι: Τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη· διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον. A, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω. Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω».







































































































