Στο πλαίσιο της Κοινωνιολογίας της Υγείας και της Ασθένειας έχουν διατυπωθεί διάφορα κοινωνιολογικά μοντέλα για την ανάλυση της σχέσης μεταξύ γιατρού και ασθενούς.
Tης Γεωργίας Δηλάκη – Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας Σώματος του τμήματος Ψυχολογίας Παντείου
Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία
Ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Talcott Parsons (1902-1979) υπήρξε ο πρώτος κοινωνιολόγος που κατέληξε σε ένα μοντέλο, με το οποίο σκόπευε να κάνει κατανοητή τη σχέση γιατρού-ασθενούς. Το μοντέλο που κατασκεύασε είναι ταυτόχρονα ασύμμετρο και συναινετικό. Η ασυμμετρία συνίσταται στο γεγονός ότι μόνο ο γιατρός μπορεί να λύσει το πρόβλημα του ασθενούς και ο γιατρός είναι ενεργητικός, ενώ ο ασθενής παθητικός. Η συναινετικότητα του μοντέλου συνίσταται στο ότι ο ασθενής αναγνωρίζει την εξουσία του γιατρού και στο ότι η θεραπευτική σχέση βασίζεται σε μια ισχυρή αμοιβαιότητα. Περιγράφεται ως ζεύγος κοινωνικών ρόλων αναμενόμενων και συμπληρωματικών και μια ιατρική επίσκεψη που εξελίσσεται με επιτυχία απαιτεί τόσο από τον ασθενή όσο και από τον γιατρό να παίξουν σωστά το ρόλο τους. Ο γιατρός οφείλει να επιδεικνύει συναισθηματική ουδετερότητα, γιατί μόνο μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να εξασφαλίσει την αντικειμενικότητα της σχέσης του με τον ασθενή.
Αντίθετα, ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Eliot Freidson (1923-2005) υποστήριξε ότι η σχέση γιατρού-ασθενούς περιγράφεται ακριβέστερα ως συγκρουσιακή παρά ως συναινετική. Υποβόσκει μια σύγκρουση προοπτικών, η οποία είναι παρούσα σε διάφορους βαθμούς σε κάθε σχέση ιατρικής-ασθενούς. Ο γιατρός σκέφτεται τον ασθενή και τις ανάγκες του σύμφωνα με τις κατηγορίες της εξειδικευμένης γνώσης του : ταυτιζόμενος με την επαγγελματική αυτονομία του, εννοεί να ορίζει ο ίδιος το περιεχόμενο και τις μορφές των υπηρεσιών που θα του προσφέρει. Ο ασθενής, αντίθετα, αντιλαμβάνεται την ασθένειά του σε σχέση με τις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής και σύμφωνα με το δικό του πολιτιστικό περιβάλλον. Έτσι, στο θεωρητικό μοντέλο του Freidson ο ασθενής δεν έχει παθητικό ρόλο ούτε υπάρχει σύμπνοια του γιατρού με τον ασθενή, αφού υπάρχει σύγκρουση των δύο πλευρών, αυτής των «ειδικών», δηλαδή της τυποποιημένης γνώσης των επαγγελματιών υγείας και αυτής των «μη ειδικών», δηλαδή της μη τυποποιημένης γνώσης της καθημερινής ζωής.
Οι μαρξιστικές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι η επαφή μεταξύ γιατρού και ασθενούς είναι μια κατάσταση κατά την οποία αναπαράγονται οι κυρίαρχες ιδεολογίες της ευρύτερης κοινωνίας. Οι μαρξιστές υποστηρίζουν ότι, στο πλαίσιο των ιατρικών επαφών, τα κοινωνικο-συναισθηματικά προβλήματα ιατρικοποιούνται, δηλαδή μετατρέπονται σε τεχνικά προβλήματα, ενώ τα ιδεολογικά μηνύματα που μεταφέρουν οι γιατροί ενδυναμώνουν τα ισχύοντα κοινωνικά πρότυπα, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Οι φεμινιστικές προσεγγίσεις για τη σχέση γιατρού-ασθενούς εμπίπτουν σε δύο βασικές κατηγορίες : τη ριζοσπαστική και τη μεταρρυθμιστική. Οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες θεωρούν τη σύγχρονη ιατρική ως εγγενώς πατριαρχική και καταπιεστική και οι ικανοποιητικές σχέσεις μεταξύ επαγγελματία και ασθενούς θα επιτευχθούν μόνο όταν η φροντίδα υγείας θα παρέχεται από γυναίκες σε γυναίκες. Οι μεταρρυθμίστριες, από την άλλη, υποστηρίζουν ότι το υπάρχον σύστημα πρέπει να αλλάξει από τα μέσα, για παράδειγμα προσλαμβάνοντας περισσότερες γυναίκες ως γιατρούς και διαχειριστές υπηρεσιών υγείας.
Το μοντέλο της «διαπραγματεύσιμης τάξης», που ανέπτυξε ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Anselm Strauss (1916-1996), υπερβαίνει τα στενά πλαίσια της σχέσης γιατρού-ασθενούς. Η διαπραγμάτευση σημαίνει ότι ο στόχος προς επιδίωξη δεν είναι δεδομένος εξαρχής και ότι η συμφωνία που γίνεται δεν είναι ποτέ οριστική, καθώς μπορεί πάντα να τεθεί υπό αμφισβήτηση και να οριστεί εκ νέου. Όσον αφορά τη συνάντηση του γιατρού με τον ασθενή, το ενδιαφέρον, από την άποψη της διαπραγμάτευσης, είναι ότι επιτρέπει να αντιλαμβανόμαστε τη συνάντηση ως κάτι το «ανοικτό», όπου ο κάθε συμμέτοχος μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη και τα αποτελέσματά της.
Ο Αμερικανός ψυχολόγος Robert J. Edelmann ανέλυσε τους τρόπους επικοινωνίας που είναι προσαρμοσμένοι στο γιατρό και εκείνους που είναι προσαρμοσμένοι στον ασθενή. Αν η σχέση είναι επικεντρωμένη στο γιατρό, τότε η σχέση δύναμης ανάμεσα στο γιατρό και τον ασθενή είναι μη ισορροπημένη. Η προσέγγιση του γιατρού βασίζεται στην κατάσταση και τον έλεγχο, με το γιατρό να καθοδηγεί τη συζήτηση και να λαμβάνει αποφάσεις πληροφορώντας τον ασθενή, ενώ αναμένεται από τον ασθενή να είναι παθητικός, να κάνει λίγες ερωτήσεις και να μην επηρεάζει τη συνεδρία. Αν η σχέση είναι επικεντρωμένη στον ασθενή, δίνεται περισσότερη έμφαση στον ασθενή και στις ξεχωριστές ανάγκες του ατόμου. Σε αυτού του είδους τη συζήτηση, ο γιατρός προσπαθεί να ανακαλύψει τις ανησυχίες και τις ανάγκες του ατόμου και προσαρμόζει τις αντιδράσεις του ανάλογα. Ο γιατρός κυρίως ακούει και σκέφτεται, διερευνά τις ιδέες του ασθενούς ενθαρρύνοντάς τον και δείχνοντας κατανόηση, εμπλέκει τον ασθενή στις αποφάσεις, ενώ αναμένεται από τον ασθενή να είναι ενεργητικός, να κάνει ερωτήσεις και να επηρεάζει τη συνεδρία.
Σήμερα, πολλοί παράγοντες συμβάλλουν στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης γιατρού-ασθενούς. Μερικοί από αυτούς είναι η ανάπτυξη της ιατρικής τεχνολογίας που μπαίνει ανάμεσα στο γιατρό και τον ασθενή, καθώς και η ενημέρωση του ασθενούς μέσω των ΜΜΕ για ιατρικά θέματα, που έχει ως αποτέλεσμα να προσέρχεται στο ιατρείο προβάλλοντας στο γιατρό τη μη τυποποιημένη του γνώση. Επιπρόσθετα, οι εκφραστές του ιατρικού λόγου όλο και περισσότερο κατανοούν πόσο σημαντικό είναι να λαμβάνουν υπόψη τα συναισθήματα των ασθενών, όπως προκύπτουν από τη βίωση του σώματός τους, δημιουργώντας μαζί τους μια σχέση που βασίζεται στην επικοινωνία και την αμοιβαιότητα. Έτσι, η εποικοδομητική συνεργασία γιατρού-ασθενούς συμβάλλει στην επίτευξη του κοινού στόχου, που είναι η ίαση του ασθενούς.







































































































