Εν μέσω πολιτικού και όχι μόνον φθινοπώρου, και με την προοπτική εξελίξεων σε εθνικό αλλά και δημοτικό επίπεδο, θεώρησα καλό να εκφέρω ως ενεργός πολίτης την άποψή μου. Το 2009 – 2010 είναι χρόνος εκλογών σε εθνικό και δημοτικό επίπεδο. Εκλογών με ομοιότητες, διαφορές αλλά και αλληλεπιδράσεις.
Του Πάνου Αλεξανδρή, αντιπροέδρου Δημοτικού Συμβουλίου Αμαρουσίου
Και ξεκινώ από το εθνικό επίπεδο. Είναι πλέον καταφανής ανάγκη να δοθεί λύση στο εμφανές εθνικό πολιτικό αδιέξοδο.
Υπάρχει μια κυβέρνηση κυριολεκτικώς διαλελυμένη, με ένα Πρωθυπουργό παρατηρητή, που «βλέπει τα τραίνα να περνούν», χωρίς να επιλέγει οτιδήποτε. Πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας υπάρχει μη κυβέρνηση, η οποία αποφάσισε μέσα από 5 χρόνια απραγίας να μεταβληθεί σε κυβέρνηση – βομβαρδιστικό συνεχών μέτρων. Μέτρα για όλα τα γούστα, όλες τις εποχές, όλες τις γκαρνταρόμπες. Έχει μια πρόσφατη διαρκή κινητικότητα αυτιστικού.
Σαν να υπάρχει κάποια φωνή – υποβολέως που κραυγάζει συνεχώς «Κάτι πρέπει να κάνουμε». Και αυτό κάνουν. Τρέχουν γύρω-γύρω, κοιτούν ο ένας τον άλλον και εξαγγέλλουν μέτρα – δεσμεύσεις – μεταρρυθμίσεις. Οι ανεύθυνοι μιας πενταετίας, αυτοί που πενταπλασίασαν το έλλειμμα, αυτοί που ακύρωσαν την Ελλάδα του ευρώ και των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, σύρονται και διασύρονται ανακυκλώνοντας μεταρρυθμίσεις κατά φαντασίαν. Παριστάνουν τους υπεύθυνους που ξαφνικά θυμήθηκαν τα προβλήματα του κόσμου. Που εκλιπαρούν για να ολοκληρώσουν «το έργο τους», κάτι που ακούγεται περισσότερο σαν απειλή στους πολίτες.
Ξαφνικά αυτοί που έκλεισαν τη Βουλή, παραγράφοντας τα σκάνδαλα, ομιλούν για θεσμούς. Όμως εκτός από τον πολιτικό χρόνο εξέλιπε και η τύχη τους. Τους παρατηρεί κανείς να επιζητούν λίγο περισσότερο χρόνο στην εξουσία, τους παρατηρεί να θέλουν να κρατήσουν τις βουλευτικές τους έδρες. Καμμιά φορά, όταν τους βλέπω να εμφανίζονται στην τηλεόραση και να αποζητούν με κυριολεκτικό κλάμα, λίγο χρόνο ακόμη, μελαγχολώ. Μελαγχολώ για το κατάντημα μιας μεγάλης παράταξης του ελληνικού λαού, που βρέθηκε αυτήν την εποχή να έχει αυτή την εκπροσώπηση…
Όμως στο εθνικό επίπεδο τα πράγματα είναι απλά. Η λύση είναι αναπόφευκτη. Θα δοθεί από τον λαό, τη στιγμή που πλέον η Κυβέρνηση θα συρθεί στις εκλογές, επιδιώκοντας τη μικρότερη δυνατή ήττα… Αυτό είναι το πικρό ποτήρι για τους δήθεν πολέμιους των… νταβατζήδων που εσύρθησαν, διεσύρθησαν και φεύγουν ευτελισμένοι. Κλαίνε την ώρα της γενικής κατακραυγής. Όχι από πολιτικές τύψεις. Από αδυναμία κατανόησης για το τι τους έτυχε. Που ο κόσμος τους πήρε χαμπάρι…
Όμως η κρίση δεν είναι κρίση μόνο της ΝΔ. Δυστυχώς βρίσκεται και σε έναν πολύ κοντινό χώρο της Κεντροαριστεράς. Τον ΣΥΡΙΖΑ. Και ενώ η κρίση στην ΝΔ με αφήνει χαρούμενα αδιάφορο, η κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ δεν με αφήνει ούτε αδιάφορο ούτε χαρούμενο. Ελπίζω να επικρατήσουν ψύχραιμες σκέψεις και λογικές, γιατί αυτή η έκφανση της Αριστεράς είναι χρήσιμη για τον τόπο. Απλά αναρωτιέμαι, πως εξελίχθηκε το υπό τον Αλαβάνο ρωμαλέο σχήμα, σε ένα σχήμα ατέρμονων συζητήσεων περί όνου σκιάς. Δεν ξέρω τι φταίει περισσότερο και δεν είναι δουλειά μου να το διαγνώσω. Καμιά φορά ίσως δεν αρκεί ένας νέος και ωραίος άνθρωπος για να είναι πειστική εναλλακτική πρόταση. Ίσως κάποτε θα έπρεπε να υπάρχει μια δεύτερη σκέψη σε όσους θεωρούν έναν νέο πρόεδρο ή ηγέτη πανάκεια…
Ο νέος, δεν πρέπει να είναι μόνον νέος. Αλλοιώς εν τέλει αποκηρύσσεται και από όσους τον δημιούργησαν. Και αυτό δεν είναι μόνο θέμα για τις εθνικές εκλογές. Ο κόσμος όταν εκλέγει, θέλει κάποιους που να είναι κάτι παραπάνω από νέοι. Αλλοίμονο στους νέους θα μου πείτε. Θάλεγα αλλοίμονο σε όσους επιλέγουν με προσωρινά ίσως κριτήρια, για όσους ίσως ξεχνούν ότι οι επικεφαλής είναι εν δυνάμει πρωθυπουργοί, και ο κόσμος υπό αυτή την προοπτική τους κρίνει.
Αλλά ας έλθουμε και στα δημοτικά. Το 2006 σε όλη τη Β’ Αθήνας, υπήρξε μια θεαματική αλλαγή. Ότι έδειχνε πράσινο φόντο και είχε εγκαθιδρυθεί από το 1990 και μετά κατέρρευσε. Αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, κατέρρευσε όλη η γενιά των δημοτικών αρχόντων του 1990, ακόμη και εκεί που δεν εξετέθη. Άλλωστε ο κόσμος πολλές φορές δεν μπαίνει στη λεπτομέρεια. Στη συνέχεια της εθνικής πολιτικής αλλαγής του 2004, σάρωσε το 2006 και όλες τις δημοτικές αναφορές της Κεντροαριστεράς. Όχι ότι οι δήμαρχοι δεν έφταιγαν. Απεναντίας. Την πλήρωναν πολλοί υπαιτίως και αναιτίως.
Το Μαρούσι δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Εξελέγησαν στη θέση των υποψηφίων με το πράσινο φόντο μια σειρά από ευχάριστους εκπροσώπους της νέας γαλάζιας εποχής. Όλοι τους γεμάτοι όνειρα, μεταρρυθμίσεις, φρέσκοι, και πολλοί από αυτούς περισσότερο τηλεοπτικοί, παρά δημοτικοί… Η καινούργια φρεσκάδα της Δεξιάς, την οποία εκτός των άλλων, εψήφισε σε πολλούς Δήμους και μέρος του ΠΑΣΟΚ και σημαντικό μέρος της Αριστεράς, που έβλεπε ολίγον… αριστερά τους εκφραστές της νέας ιδεολογίας της γαλάζιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Αν κοιτάξετε τη Β’ Αθήνας, έτσι ήταν όλοι ή μάλλον οι περισσότεροι: λαμπεροί (όχι αναγκαστικά λαμπροί), ευχάριστοι τηλεοπτικά……Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας των ειδήσεων και των δηλώσεων επί παντός επιστητού.







































































































