Η εργασία αυτή θέρισμα, αλώνισμα, λίχνισμα, κρατούσε όσο περισσότερα χωράφια είχαν σπείρει. Μετρούσαν τα δεμάτια και τις (α)θημωνιές. Έσπερναν όσα περισσότερα στρέμματα μπορούσαν για να έχουν στάρι (=ψωμί) όλη τη χρονιά. Έλεγαν μάλιστα στη γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου) της Μεσοσπορίτισσας: «Μισόφαγες, μισόσπειρες, μισό ’χεις για το χρόνο».
Οι αλωνιστικές μηχανές ήλθαν αργότερα, ακολούθησαν και οι θεριζοαλωνιστικές. Αυτό πια ήταν μια πολυτέλεια. Έτσι καθαρό το στάρι έμπαινε στα τσουβάλια. Πρώτη το εφάρμοσε η Γεωργική Σχολή Συγγρού. Από τότε σταμάτησε και η χρήση του υπαίθριου αλωνιού. Το Μαρούσι γέμισε από αλωνιστικές μηχανές.
Η περίοδος του αλωνίσματος σήμαινε για τα παιδιά γλέντι. Κυριαρχούσε η ξενοιασιά. Τα σχολεία είχαν κλείσει και οι βαθμοί σίτευαν στα ενδεικτικά μας. Τα μεσημέρια ήταν απόλαυση να ζει κανείς κοντά στις θημωνιές. Να χτυπάς τους τενεκέδες να φεύγουν τα πουλιά, που τρώγαν το στάρι, να τρως βερίκοκα. Τότε ήταν που ο έξοχος μουσουργός Τάκης Μωράκης έγραφε τη μουσική για το κινηματογραφικό έργο «Η Μουσίτσα» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, που το χειμώνα παίχτηκε στη χειμερινή «Αμαρυσία» του Καλλιγά. Κάποτε-κάποτε ξεχνιόμαστε, διαβάζοντας Ντίκενς, Ουγκώ ή ξεφυλλίζοντας περιοδικά της εποχής, όπως το «Ελληνόπουλο», που είχε αντικαταστήσει τη «Διάπλαση των Παίδων».
Πολλά παιδιά τρέχανε τα μεσημέρια με τον καύσωνα να δροσιστούν στις μεγάλες στέρνες του Συγγρού, του Σκαρπαλέζου, του Εγγλέζου, του Χρυσοσπάθη, του Κατσίμπαλη κ.ά. κρυφά πάντα από τους ιδιοκτήτες. Κι όταν αυτοί τα αντιλαμβάνονταν, τα κυνηγούσαν. Έβγαιναν από το νερό και γυμνά καθώς ήταν, έτρεχαν μέσα στο δάσος ή στους δρόμους, κρατώντας υπό μάλης τα ρούχα τους, όσα είχαν προλάβει να τα πάρουν.
Το βράδυ πάλι ήταν απόλαυση να βρίσκεσαι στο Αλώνι κοντά στη θημωνιά, ακούγοντας παραμύθια, παραδόσεις, ανέκδοτα, παρακολουθώντας τις κινήσεις των άστρων ή του φεγγαριού, που μες στο απέραντο χρυσαφί του ουρανού, ολόγιομη μπάλα από φως το φεγγάρι ουρανοδρομούσε, νομίζαμε πως βλέπαμε τον Κάιν να πυρπολείται για το αμάρτημά του, που είχε σκοτώσει τον αδελφό του Άβελ.
Μεσολαβούσαν λίγες ημέρες, μετά αργίες και μια και οι εργασίες οι αγροτικές είχανε καλμάρει, φεύγαμε για ολιγοήμερες διακοπές στη θάλασσα, εφόσον τα φρούτα ποικιλίες βερίκοκων, αχλαδιών, πετροκέρασων κ. ά. ήθελαν ακόμη μερικές ημέρες για να ωριμάσουν. Ήταν αξέχαστες στιγμές γεμάτες όμως από εσώτερη χαρά δημιουργίας. Όλοι πρόσφεραν με τον τρόπο τους και χαίρονταν για την προσφορά τους. Η γη πάντα αποζημίωνε. Καρποφορούσε και οι καρποί της ήταν χαρά και απόλαυση. Χαιρόταν, που την καλλιεργούσαμε. Απέδιδε και δε μας απογοήτευε ποτέ. Έτσι τότε το Μαρούσι με την καλλιέργεια της γης του εξασφάλιζε την πόρεψη στους κατοίκους του, που ήταν πολύ καλή έως άριστη.
Δημήτρης Μασούρης







































































































