Όταν οι αγροτικές εργασίες των Μαρουσιωτών μετά το αλώνισμα είχαν καλμάρει και το γέννημα αναπαυόταν στις αποθήκες τους, καιρός ήταν να ξεκουραστούν, πριν αρχίσουν οι άλλες που είχαν σειρά, όπως π.χ. το φύτεμα της πατάτας, το μάζεμα του φασολιού, των οπωρικών, ο τρύγος κλπ. Ετοιμάζονταν για τις διακοπές τους στις πλησιέστερες ακτές της Αττικής. Οι διακοπές δεν κάλυπταν μεγάλο χρονικό διάστημα, το πολύ μιαν εβδομάδα. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη ευχέρεια χρόνου. Τα μέρη, όπου σύχναζαν ήταν η Βουλιαγμένη, τα Λεγραινά, η Ραφήνα, ο Άγιος Ανδρέας, το Πλέστι, το Ζούμπερη (από τον οικιστή του, που ειπώθηκε και Φλωρίδα για την όμορφή του θάλασσα κοντά στη Νέα Μάκρη).
Γράφει ο Δηµήτρης Mασούρης
Αφού εξασφάλιζαν άνθρωπο έμπιστο να έχει, όσο θα έλειπαν, το νου του στο σπίτι, δηλαδή να ποτίσει τις γλάστρες και για ό,τι άλλο, όσο θα έλειπαν –οι κλοπές στο Μαρούσι ήταν τότε ανύπαρκτες– έφευγαν για τις παραλίες. Η καλύτερη εποχή για τις διακοπές ήταν το διάστημα από της Αγίας Παρασκευής μέχρι το τέλος του Αλωνάρη. Πήγαιναν τρεις τέσσερις οικογένειες μαζί, ο καθένας με το δικό του μεταφορικό μέσο, που ήταν σούστα ή κάρο. Φόρτωναν σανό, κριθάρι, μπιτόνια με νερό, πεπόνια, καρπούζια, καρβέλια ψωμί για μιαν εβδομάδα, κρασί, ελιές, κότες, ρούχα, αξίνες, πριόνια, σφυριά, καρφιά, τηγάνια, τεντζερέδες, παιδιά και γονείς. Κάτω από το κάρο κρεμόταν ο κουβάς για να ποτίζουν τα ζώα. Πίσω από το κάρο, δεμένα απ’ το καπίστρι με τριχιές, ακολουθούσαν τα τετράποδα, γαϊδούρια, άλογα, μουλάρια, προβατίνες, κατσίκες. Όλα αυτά ήταν απαραίτητα συνακόλουθα. Ποιος θα φρόντιζε τα ζώα, να τα ταΐζει να τα ποτίζει, αυτά θέλανε ιδιαίτερη φροντίδα.
Ξεκινούσαν καραβάνια – καραβάνια πολύ πρωί, σχεδόν νύχτα. Και είχαν τη χαρά να φτάσουν εγκαίρως πριν τους πάρει «η λαύρα της μέρας» μέχρι τη θάλασσα. Κι όταν έφταναν, άρχιζε το μαρτύριο. Οι άντρες είχαν να ξεζέψουν, να δέσουν τα ζώα, να τα περιποιηθούν, να πελεκήσουν τα κλωνάρια από τα πεύκα, να τα καρφώσουν και να φτιάξουν πρόχειρα την καλύβα τους ή τη σκηνή τους, που ήταν συνήθως κάτω από το πεύκο κοντά στην αμμουδιά. Οι γυναίκες έπρεπε να ετοιμάσουν φαγητό. Τα παιδιά ανυπόμονα έτρεχαν στη θάλασσα να βραχούν και ο σκύλος χαρούμενος μαζί τους.
Κι όταν ερχόταν το βράδυ, οι μεταπανσέληνες ώρες χάριζαν παραμυθένιες στιγμές κάτω από το αναμενόμενο φως του φεγγαριού ή της ασετυλίνης. Περνούσαν ξέγνοιαστες ώρες, ακούγοντας μουσική αμανέδικη από το παμπάλαιο φωνόγραφο με δίσκους της πολυαγαπητής Ρόζας Εσκενάζυ.
Σμίγανε παρέες παρέες –δεν υπήρχαν εκεί καφενεία– θυμούνταν ιστορίες παλιές, κάνανε ατέλειωτες συζητήσεις μέχρι αργά και μετά πήγαιναν για ύπνο κάτω από τα πεύκα σε ξύλινα κρεβάτια που αυτοί είχαν στήσει. Μέσα στη νύχτα δεν άκουγες τίποτε άλλο παρά τη φωνή του γκιώνη και το φλοίσβο της θάλασσας να σε αποκοιμίζουν. Κι ερχόταν το ξημέρωμα με το μονότονο τραγούδι των τζιτζικιών, θαμπό ασημένιο μετά χρυσορόδινο, με θριαμβευτή τον ήλιο να χαράζει την πορεία του πάνω στο άτρεμο γαλάζιο νερό της θάλασσας.
Οι γυναίκες άρμεγαν τις κατσίκες για το πρωινό των παιδιών και έψαχναν στους θάμνους για αυγά, ενώ από μακριά φαινόταν η ψαροπούλα, που ερχόταν φορτωμένη μαρίδες, γόπες, πέρκες, σαλάχια για την τηγανιά του μεσημεριού, φρέσκα ολόφρεσκα σπαρταριστά.
Απόφευγαν να πηγαίνουν στα βαθιά νερά. Σε άλλο σημείο έπαιρναν το λουτρό τους οι άντρες και σε άλλο οι γυναίκες. Δεν έκαναν ηλιοθεραπεία. Απλά στέγνωναν. Μαγιό δε φορούσαν, οι άνδρες με τα εσώρουχα, οι γυναίκες με τα μισοφόρια και καθώς έμπαιναν στο νερό φούσκωναν και έδιναν την εντύπωση σωσίβιου, γι αυτό τα έπιαναν με τις παραμάνες στα πόδια τους. Μερικοί χώνονταν στην άμμο. «Κάνει καλό» έλεγαν «στους ρεματισμούς και τα αθριτικά».
Έβαζαν επίσης και τα ζώα τους στη θάλασσα. Τα πρόβατα –χιώτικης ράτσας για να κατεβάζουν πολύ γάλα– καθώς ήταν κουρεμένα γίνονταν κάτασπρα και τα άλογα έβγαιναν ανανεωμένα. Ήταν θαυμάσιο θέαμα να τα βλέπει κανείς να κολυμπάνε. Το κεφάλι τους έξω από το νερό έμοιαζε παρθενώνιας ζωφόρου. Όταν έβγαιναν, τινάζονταν, χλιμίντριζαν ευχαριστημένα και υψώνονταν στα δύο τους πισινά πόδια για να δείξουν την ιππική τους μεγαλοπρέπεια. Τα περισσότερα άλογα στο Μαρούσι ήταν ουγγρικής ράτσας, πανάκριβα τότε.
Μετά το μπάνιο τους κάθονταν στον ίσκιο του κέδρου –ένας τέτοιος κέδρος σώζεται ακόμη στην παραλία του Ζούμπερη και είναι σπάνιος στην περιοχή σήμερα– έπαιρναν το ουζάκι τους με ελιά τουρσί, ντομάτα, αγγουράκι ή λίγο θράψαλο, που τό ’χε ξεβράσει η θάλασσα με το φεγγάρι. Και έπειτα το νόστιμο μεσημεριανό, κόκορας κοκκινιστός με χιλοπίτες και τυρί από το τουλούμι, κρασί (ντόπιο δικό τους), καρπούζι ή πεπόνι, που το είχαν κρυώσει στο κύμα.
Το βράδυ μερικοί έβγαιναν τσάρκα με το φανάρι στα ρηχά μέχρι το γόνατο, για να πιάσουν κάτι θαλασσινό, καβουράκια, ό,τι τύχει.
Τέτοιες αξέχαστες ώρες νοσταλγικές μικρός είχα ζήσει, όταν μερικά καλοκαίρια πηγαίναμε με άλλες μαρουσιώτικες οικογένειες να πλύνουμε στον Άγιο Αντρέα τα χαλιά της Παναγίας. Φόρτωναν οι επίτροποι του ναού πάνω σε μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο τις ψάθες και τα χαλιά της εκκλησίας. Τα έριχναν στη θάλασσα, τα έδεναν με πέτρες και τα χτυπούσε το κύμα, πλένοντάς τα. Μετά τα άπλωναν κάτω από τη σκιά των πεύκων, πάνω στους θάμνους για στέγνωμα.
Οι μέρες για όλους περνούσαν ευχάριστα και οι Μαρουσιώτες απολάμβαναν τις διακοπές τους. Και όταν ζύγωνε η ώρα της επιστροφής, το κλάμα των παιδιών δεν περιγραφόταν. Ήθελαν να μείνουν κι άλλο. Αλλά οι αγροτικές εργασίες δεν περίμεναν. Μάζευαν τα πράγματά τους. Τα φόρτωναν στα υποζύγια, εύχονταν και «του χρόνου» και γύριζαν στο Μαρούσι, που ήταν η λατρεία τους και δεν το άλλαζαν με τίποτα.







































































































