Και υπάρχουν κυκλώματα σε όλους τους χώρους, και της πολιτικής και του θεάματος…
Βεβαίως. Μα δε βλέπεις; Όλα τα ριάλιτι και τα πάντα, όλες είναι με έξω το στήθος, με τα μίνι. Κι εγώ μινάκια έβαζα, αλλά πώς τα βάζαμε…Τώρα τί, θα πάει να ακούσει φωνή ο άλλος ή θα πάει να δει το στήθος ή το μπούτι…;
Για μένα η ιδιωτική τηλεόραση τα έχει χαλάσει όλα. Στο βωμό της τηλεθέασης. Τα πρωινάδικα τι είναι; Ένα κους κους, τι έκανε ο ένας, τί έβαλε η άλλη, τί έφτιαξε αυτός. Πού είναι ο πολιτισμός; Τι έχει να μάθει ένα παιδί; Ή θα πρέπει κι εσύ να γίνεις… να ανωμαλέψεις για να πας μπροστά; Κι όλοι τα παιδιά τους να γίνουν μπουζουξήδες ή τραγουδιστές, ε, δεν είναι έτσι. Δηλαδή, όντως, παίζει να γίνει ένα παιδί. Γιατί έχουμε πολύ καλές φωνές κι εγώ το πιστεύω και θαυμάζω πάρα πολλούς, δεν έχω μείνει κολλημένη στην εποχή μου, αφού έχω παιδιά και προχωρώ μαζί τους μπροστά, υπάρχουν φωνάρες και βλέπεις και χάνονται.
Μήπως δεν υπάρχουν τραγούδια;
Κοίταξε, τραγούδια… Είναι ένα πρόβλημα. Ακόμη κι αυτό που στείλαμε στη Γιουροβίζιον, αφού λες λαϊκό, κάντο λαϊκό να παρ’ η ευχή.. μη τα μπερδεύεις τα πράγματα.
Μα λένε ότι αυτό αρέσει στη νεολαία. Μάλλον είναι μπερδεμένη κι αυτή.
Ναι, και με έτσι και με αλλιώς. Δηλαδή για να πάει έξω ή στείλε αυθεντικό ή στείλε ένα με ξένο τελείως ήχο. Όχι αυτή η μίξη. Εμένα δεν μου αρέσουν αυτά.
Αυτή η μουσικούλα η ωραία, αυτή που σε γαληνεύει, δεν υπάρχει πια, ρε παιδιά. Είδες, κι η Χαρούλα που πολύ την πάω και μ’ αρέσει, γράφει αυτή μόνη της κάποια πράγματα. Κι είναι μια χαρά. Και σ’ όποιον αρέσουν. Κι αρέσουν. Υπάρχει κόσμος που θέλει να ακούσει κάτι άλλο. Και δεν έχει πού να πάει. Δεν έχει διεξόδους. Και είναι μεγάλη μερίδα.
Είδες όμως πώς έχουν γίνει τα πράγματα…
Τώρα τα πράγματα είναι τραγικά, μάνα μου. Αν σκεφτείς ότι η γενιά η δική μου είναι τα μεγάλα λαμόγια, λυπάμαι που το λέω, και φαίνεται από την πολλή πείνα που υπήρχε τότε, ξαφνικά βρεθήκανε και κοίταξαν πώς να φάνε, δε θα πάμε καλά και αυτός ο τόπος δεν θα προοδέψει, αν δεν υπάρξει κάποιος μ’ ένα βούρδουλα –για να μην πω καμιά πιο βαριά λέξη– είναι ντροπή που τα λέω αυτά, να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη και να μη γίνεται αυτό που γίνεται, αυτή η κερδοσκοπία που ο καθένας κοιτάει να βγάλει τα πιο πολλά και πώς θα τ’ αρπάξει. Για παράδειγμα, που με αφορά, στο τραγούδι:
Τι θα πει, ρε φίλε, έκανες ένα δίσκο και πήγε και παίρνεις πενήντα χιλιάδες μεροκάματο και δηλώνεις πέντε; Πώς θα πάει καλά αυτός ο τόπος; Από πού να πάει καλά; Όταν κι αυτοί που κυβερνάνε φάγανε με χρυσά κουτάλια και τώρα ψάχνουνε να δούνε τί θα κάνουνε. Αλλά δεν θα κάνουν τίποτα, γιατί είναι τόσο πολύ μπλεγμένο το σύστημα και μπλεγμένοι όλοι. Θα καταρρεύσει. Ήδη έχει καταρρεύσει. Υπήρξε μια καταστροφική διαχείριση του δημοσίου χρήματος. Πώς θα πάμε μπροστά; Είναι πολλά τα στραβά. Κι ο κόσμος δεν πιστεύει πουθενά. Πού να πιστέψει; Λέει «Γιατί; Γιατί να εμπιστευθώ εγώ ξανά π.χ. το ΠΑΣΟΚ, θα πρέπει να τιμωρηθούν κάποιοι άνθρωποι».
Ποιοι θα τιμωρηθούν; Κανείς δεν θα τιμωρηθεί. Αποκλείεται να τιμωρηθεί κανείς. Γιατί θα πρέπει να εξαφανιστούν όλοι. Ομερτά. Τόσα χρόνια φάγανε με χρυσά κουτάλια. Απ’ το Υπουργείο Πολιτισμού, από παντού. Ή στους Δήμους. Στους εκάστοτε Δήμους. Πώς κάνουν όλα αυτές τις παραστάσεις, έτσι φρουφρού κι αρώματα για να φανούνε κάποιοι και να παίρνουνε τις ψήφους κι απ’ την άλλη να μην έχουν να μας πληρώσουνε, ας πούμε. Μας χρωστάνε συναυλίες κι ας πηγαίνουμε με λίγα λεφτά. Ούτε τα λίγα. Καμία σχέση μ’ άλλους που παίρνουνε εικοσάρια και τριαντάρια. Αλλά και τί θα πει αυτό, ρε φίλε, απ’ το Δήμο, από το Δημόσιο τριάντα χιλιάδες; Να βάλεις εισιτήριο να τα πάρεις. Να δούμε, θα τα πάρεις;
Το Δημόσιο, λοιπόν, ο Δήμος, η Νομαρχία, η Περιφέρεια τώρα, έπρεπε να ’χουν ένα πλαφόν που να λένε, εμείς μπορούμε να διαθέσουμε πέντε χιλιάδες, θες να πάρεις είκοσι, βάλε εισιτήριο και πάρτα, εγώ αυτό μπορώ να δώσω. Γιατί τα λεφτά του Δημοσίου είναι του κοσμάκη τα λεφτά. Απλό.
Απλό;





































































































