Η Πόπη Αστεριάδη είναι η καλύτερη φίλη και συνεργάτης του καλύτερού μου φίλου. Άρα, κατά κάποιον τρόπο, δια της μεταθετικής ιδιότητας, είναι μια καλή μου φίλη. Αλλά πάνω απ’ όλα, όσο την έχω γνωρίσει, είναι ένας άνθρωπος ευθύς, ίσιος, που ζει γιατί αγαπάει τη ζωή και μιλάει όταν έχει κάτι να πει.
Η Πόπη Αστεριάδη συζητά με τον Κώστα Ποντικόπουλο
Απ’ τη βεράντα της, στον έκτο όροφο μιας πολυκατοικίας στα όρια της Καστέλλας με θέα-πιάτο όλη την Αθήνα, την κόρη τ’ ουρανού, της γης το δαχτυλίδι, από τη θάλασσα και τον Υμηττό ως την Πάρνηθα και το όρος Αιγάλεω (πόση ιστορία κλείνεται αλήθεια σ’ αυτό το κομματάκι γης) ξεκίνησαν παλιές εικόνες, μνήμες, και σεριάνισαν ως τη σημερινή οργή. Πώς μας κάναν έτσι, ρε παιδί μου, τώρα τελευταία και κάθε φορά που συνευρισκόμαστε και κουβεντιάζουμε οι Έλληνες, να τελειώνουμε στην οργή;
Κι ο κοινός μας φίλος; Ο Χριστάκης ο Μπέλτσιος, χρόνια κιθαρίστας και μαέστρος της Πόπης, παρών πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη συνέντευξη, βαθύτατος γνώστης της ελληνικής μουσικής με εύστοχες παρεμβάσεις, παρατηρήσεις, συμπληρώσεις. Απλά, επειδή δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν με εμένα που ρώταγα ή με την Πόπη που απαντούσε, αλλά και για την οικονομία των προσώπων του δράματος, ενσωμάτωσα τα λόγια του στα δικά μας. Ξέρω, δεν θα τον πειράξει.
Πρόσφατα, κυκλοφόρησε πάλι μαζί με εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας σειρά με CD του Νέου Κύματος. Αυτό μας δείχνει ότι, μετά από δεκαετίες, αυτό το τραγούδι «πουλάει» ακόμα καλά. Σημαίνει ότι έχει γίνει διαχρονικό. Ποιο είναι κατά τη γνώμη σου το στοιχείο που το έχει κάνει διαχρονικό και καταφέρνει μετά από τόσα χρόνια να συγκινεί;
Κατ’ αρχάς να πω ότι εκείνη την εποχή, τη δεκαετία του ’60, όλο το ελληνικό τραγούδι άνθισε. Όχι μόνο το Νέο Κύμα. Και το λαϊκό και το ελαφρύ. Πάντως, για μένα, πρώτα απ’ όλα είναι ο στίχος. Είναι ο στίχος, γιατί κάθε τραγούδι είναι μια ιστορία, λέει κάτι, έχει κάποιο μήνυμα, ευαισθησία, και δεν είναι ένα σλόγκαν, μια δυο λέξεις – κλειδιά που επαναλαμβάνονται στο ρεφρέν, όπως γενικότερα οι στίχοι των τραγουδιών τα τελευταία χρόνια, που δεν λένε τίποτα. Και είναι οπωσδήποτε και το δέσιμο με τη μουσική. Η μουσική, ειδικά στο Νέο Κύμα, γινότανε με πολύ μεράκι. Δεν γινότανε, ξέρεις, όπως τώρα, στέλνουν e-mail με το internet και τα computer που ασχολιούνται όλοι τώρα και δεν έρχονται καν σε επαφή ο συνθέτης με το στιχουργό, με τον τραγουδιστή, να καθίσουν να το ψάξουν, να το δουλέψουν.
Ήτανε δηλαδή μια διαδικασία παρεϊκή;
Ναι, παρεΐστικη, αυτό. Και με όλη την αθωότητα. Κι αυτό το τραγούδι το λέγαμε σε χώρους που πραγματικά ήταν μικροί –για αυτό τους λέγαμε μπουάτ– και που όλοι γίνονταν μια παρέα. Και δεν είχαμε ένα πρόγραμμα στημένο, απλά υπήρχε ένας κορμός, μια αρχή κι ένα τέλος, αλλά ενδιάμεσα λέγαμε «Τι θέλετε να σας παίξουμε;», τραγουδούσε κι ο κόσμος, όλο αυτό το παιχνίδι που γινότανε, λοιπόν, όλη αυτή η παρεΐτσα, ο άλλος ένιωθε άνετα. Και ήταν και η εποχή εκείνη που οι ανάγκες της ήταν εντελώς διαφορετικές από σήμερα. Περνούσαν και μηνύματα πολιτικά.
Ποιες ήταν δηλαδή οι ανάγκες εκείνη την εποχή; Ίσως αυτό έχει σημασία, γιατί αν αυτό το είδος τραγουδιού εξέφραζε τις ανάγκες της εποχής του, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ζυμώθηκε σε τέτοιο βαθμό με τον κόσμο.
Βεβαίως. Ήταν ανάγκες αναζήτησης, έκφρασης κι ανανέωσης. Αισθητικές, κοινωνικές και πολιτικές. Σε όλα τα επίπεδα. Με τη χούντα ειδικά που λέγαμε κρυφά τα τραγούδια τα επαναστατικά του Θεοδωράκη, λέγαμε «Θα σας πούμε ένα τραγούδι του Χατζηδάκη» και λέγαμε Θεοδωράκη. Αλλά ακόμα και το ερωτικό τραγούδι που έλεγα εγώ, κι αυτό περνούσε μηνύματα. Έρχονταν άνθρωποι –πώς να το πω- ψαγμένοι, διανοούμενοι, και μεγάλοι και νέοι και πιτσιρικάδες και ονόματα. Θυμάμαι ο Φρέντυ Γερμανός, θυμάμαι ο Κυριακόπουλος. Άνθρωποι που ήθελαν παράλληλα να προβληματιστούν και να διασκεδάσουν. Δεν λέγαμε στις μπουάτ μόνο Νέο Κύμα. Λέγαμε Χατζηδάκη, Ξαρχάκο, Τσιτσάνη, Θεοδωράκη.
Ήταν δηλαδή ένα κομμάτι μιας γενικότερης τάσης;
Το Νέο Κύμα, έτσι που ξεκίνησε από το Παρίσι, στα πλαίσια μιας ανάγκης που υπήρχε εκείνη την εποχή να γίνει μια ανανέωση, όχι μόνο στο τραγούδι, αλλά και στη ζωγραφική, και στο θέατρο, και στον κινηματογράφο –nouvelle vague το ονομάσανε– ήρθε από τον Γιάννη Σπανό στο Παρίσι που έπαιζε σε ένα χώρο μικρό με τη Ζυλιέτ Γκρεκό, είχε κάνει δισκογραφία και με τη Μπριζίτ Μπαρντό κι από όσο ξέρω, ο Γιώργος Παπαστεφάνου το πρότεινε στον Αλέκο Πατσιφά, στη Λύρα. Κι ο Πατσιφάς βρήκε νέους ανθρώπους, νέους στιχουργούς, νέα παιδιά και ξεκινήσανε το Νέο Κύμα, και πρώτο βέβαια τραγούδι το «Μια αγάπη για το καλοκαίρι» που είπε η Καίτη Χωματά.
Δηλαδή ήτανε μια κίνηση, μια επανάσταση θα έλεγα στη μουσική εκείνη την εποχή, που όμως επειδή έπεσε και στη χούντα, το κυνηγήσανε γιατί είχε μεγάλη ανταπόκριση από τον κόσμο, πολλούς καλλιτέχνες τούς πήρανε και τούς πήγανε στα μεγάλα κέντρα, όπως τον Πουλόπουλο, κι άρχισε σιγά σιγά σαν ιδέα να τελειώνει και να χάνεται αυτό το πράγμα το ωραίο που έβγαινε.
Ήταν ένα τραγούδι χαμηλών τόνων.
Δεν υπήρχαν ουρλιαχτά, κορώνες, δεν ήταν κάτι κραυγαλέο. Είχε και λίγα όργανα – ένα πιανάκι, μια κιθάρα, ένα φλάουτο. Μπουζούκι να σκεφτείς έβαλα εγώ. Μαζί με τον Πετρόπουλο που ήμασταν τότε, έβαλα μπουζούκι με το Τρίο Γκρέκο, τότε, με τον Κώστα τον Ξενάκη που είχα πει το «Στου Φιλοπάππου» ήταν αυτός του Τρίο Γκρέκο κι έγινε μια…ξέρεις, λίγο το μπέρδεψα αλλά τους άρεσε αυτό το πράγμα και είχα βγάλει και το «Σκληρό μου αγόρι» που ήθελε μπουζούκι, κι έτσι κάπως έβαλα το μπουζούκι το 1968. Αλλά πήγαινε ωραία το μπουζουκάκι, έτσι το έντεχνο το έφερνε πιο κοντά στην παράδοση τη δική μας, έδωσε ελληνικότητα, κι αυτό άρεσε. Ήταν στη Λύρα τότε κι ο Ζαφειρίου που ήταν εκτελεστής στο μπουζούκι…
Βλέπω γυρνάει και ξαναγυρνάει η Λύρα. Οι άνθρωποι στις εταιρείες εκείνη την εποχή ήταν διαφορετικοί;
Ο Πατσιφάς είχε όραμα. Είχε στόχο. Είχε βάλει στο μυαλό του κάτι, μας είχε σαν οικογένεια. Πηγαίναμε, καθόμαστε, μιλάγαμε, μας βοηθούσε. Ήταν τελείως διαφορετικά. Μόλις πέθανε ο Πατσιφάς, χάθηκαν όλα. Τώρα, δηλαδή, τόσα χρόνια που βγάζουν και ξαναβγάζουν Νέο Κύμα, καταρχήν δεν παίρνουμε και τίποτα. Να σου δίνουν εκατό ευρώ και εκατόν πενήντα δεν λέει τίποτα. Αυτή η εταιρεία –η Legend– που έχει πάρει τα δικαιώματα τώρα, έχει πάρει όλες τις εταιρείες και, δεν ντρέπομαι να το πω, αυτός ο Γιαννίκος, εγώ δεν ξέρω πώς είναι αυτός στη μορφή, δεν τον έχουμε δει.
Αυτό είναι εκμετάλλευση τόσα χρόνια που γίνεται σ’ εμάς. Και τα εκμεταλλεύονται απόλυτα, και τι γίνεται; Πάει πια, δεν υπάρχει δισκογραφία. Κι απ’ τη στιγμή που ο άλλος μπορεί να κατεβάσει από το internet, να πάρει ό,τι θέλει, πώς να αγοράσει CD;






































































































