Στις 9 το βράδυ της 30 Δεκεμβρίου 2003 ο σύζυγος της Τζόαν Ντίντιον, Τζον Γκρέγκορι Νταν, υπέστη αιφνίδιο οξύ στεφανιαίο επεισόδιο, που οδήγησε στο θάνατό του. Τις προηγούμενες πέντε ημέρες , η μοναχοκόρη τους, η Κιντάνα Ρου Νταν, νοσηλευόταν σε κωματώδη κατάσταση σε μια Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Ιατρικού Κέντρου Μπεθ Ίσραελ της Νέας Υόρκης, με πνευμονία και σηπτικό σοκ.
Το βιβλίο «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» είναι η απόπειρα της Τζόαν Ντίντιον να βγάλει νόημα από την περίοδο που ακολούθησε τις εβδομάδες και κατόπιν τους μήνες που ξερίζωσαν όποια ακλόνητη ιδέα είχε ποτέ σχηματίσει για το θάνατο, για την αρρώστια, για την τύχη και τις πιθανότητες, για τη μοίρα την καλή και την κακή, για το γάμο, και τα παιδιά και τη μνήμη, για το πένθος, για τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι χειρίζονται και δεν χειρίζονται το γεγονός ότι η ζωή τελειώνει , για τη ρηχότητα της λογικής, για την ίδια τη ζωή.
Μετά από 10 μήνες από το θάνατο του συζύγου της, η Τζόαν Ντίντιον ωθούμενη κυρίως από την εσωτερική ανάγκη της να αντιμετωπίσει την έντονη συναισθηματική σύγχυση και τον αναβρασμό που της δημιουργούσε η οδύνη, κατόρθωσε να γράψει αυτό το βιβλίο σε μια περίοδο 88 ημερών.
Η συγγραφή υπήρξε ουσιαστικά οδός διαφυγής της, ένας τρόπος επιβίωσης, μέσω αυτής , κατόρθωσε να διαφύγει από την ψυχολογική κατάρρευση και το χάος που την απειλούσαν .
«..Είμαστε ατελή θνητά όντα, με επίγνωση της θνητότητας μας, έστω κι αν την αποδιώχνουμε, απογοητευμένοι από την ίδια μας την περιπλοκότητα, έτσι πλασμένοι που, όταν πενθούμε τις απώλειές μας, πενθούμε επίσης ,καλού κακού, και για τους εαυτούς μας. Όπως είμαστε. Όπως δεν είμαστε, πια. Όπως μια μέρα δε θα υπάρχουμε καθόλου…»
Με ύφος αποστασιοποιημένο και σχεδόν δημοσιογραφικό, η Ντίντιον εξυφαίνει αριστοτεχνικά το χρονικό του πένθους της καθώς αγωνίζεται να εκλογικεύσει και να αποδεχτεί τα δυσάρεστα γεγονότα.
Οδηγεί από το χέρι τον αναγνώστη να περιπλανηθεί στους διαδρόμους του παρελθόντος της, διατρέχει επιστημονικά, λογοτεχνικά, ποιητικά κείμενα, συγγραφείς, δεκαετίες, μνημονεύει γεγονότα, γεύσεις, ταξίδια, αναπολεί γιορτές, διακοπές, μετακομίσεις.
Ιατρικές γνωματεύσεις συνυπάρχουν με ποιήματα, διαμελισμένα σώματα με ψυχαναλυτικές θεωρίες, κανόνες καλής συμπεριφοράς με παιδικά τραγούδια.
Μια λέξη, ένα άκουσμα, μια φευγαλέα εικόνα αρκούν για να ανασύρουν στην επιφάνεια σπαράγματα συνηθειών, περιστατικών, ζωντανές αισθήσεις, εικόνες συντροφικότητας.
Ενεργοποιεί στο έπακρο τις νοητικές της λειτουργίες προκειμένου να τιθασεύσει το χείμαρρο των αισθημάτων της, το μη αναστρέψιμο της απώλειας, την ισοπεδωτική δύναμη του θανάτου. Επειδή δυσκολεύεται να συλλάβει εγκεφαλικά την ωμή πραγματικότητα και την απόλυτη μοναξιά που βιώνει, ανακαλύπτει ότι η μαγική σκέψη αναδύεται ως ισχυρός μηχανισμός άμυνας απέναντι στη θλίψη της.
«…Ήθελε ‘’να τον φέρει πίσω’’, ήταν ο κρυφός της στόχος , ήταν ένα μαγικό τέχνασμα…
Ήθελε να μείνει μόνη για να επιστρέψει εκείνος.







































































































