Με την ταινία «Μεθυσμένα άλογα» (πρωτότυπος τίτλος: Zamani baraye masti asbha), σε σκηνοθεσία του Μπαχμάν Γκομπάντι και παραγωγή στο Ιράν, συνεχίζει τις προβολές της η Κινηματογραφική Λέσχη του Μορφωτικού και Εξωραϊστικού Ομίλου (Μ.Ε.Ο) Νέου Ψυχικού.
Πρόκειται για μια δραματική ταινία του 2000 στην κουρδική γλώσσα, σε σκηνοθεσία του Μπαχμάν Γκομπάντι που πρωταγωνιστούν οι Αγιούμπ Αχμαντί, Αμενέ Εκτιάρ-Ντινί, Μαντί Εκτιάρ-Ντινί. Ήταν συν-νικήτρια του βραβείου Caméra d’Or στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 2000.
Η ταινία θα προβληθεί στη μεγάλη οθόνη την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026, στις 20:30, με ελεύθερη είσοδο.
Μεθυσμένα άλογα | A Time for Drunken Horses
2000 ‧ Πόλεμος/Δράμα ‧ 1 ώ. 20 λ.
Η ταινία «Μια Ώρα για Μεθυσμένα Άλογα» (Dema hespên serxweş / Zamani barāy-e masti-e asbhā, 2000) του Bahman Ghobadi αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του σύγχρονου ιρανικού – και ταυτόχρονα κουρδικού – κινηματογράφου. Γυρισμένη στην κουρδική γλώσσα, με μη επαγγελματίες ηθοποιούς από το ίδιο το χωριό καταγωγής του σκηνοθέτη, η ταινία τιμήθηκε με το βραβείο Caméra d’Or στο Φεστιβάλ Καννών το 2000, σηματοδοτώντας την εμφάνιση μιας αυθεντικής, βαθιά ανθρώπινης κινηματογραφικής φωνής.
Πρόκειται για ένα έργο σκληρό και λιτό, αλλά ταυτόχρονα βαθιά ποιητικό. Ένα εκθαμβωτικά παθιασμένο κινηματογραφικό βλέμμα που δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό ούτε τον συναισθηματικό εκβιασμό, αλλά τη μαρτυρία. Μια μαρτυρία για τη ζωή στα σύνορα — γεωγραφικά, κοινωνικά και υπαρξιακά.

Σε ένα ορεινό χωριό κοντά στα σύνορα Ιράν–Ιράκ, μια ομάδα ορφανών Κούρδων παιδιών παλεύει να επιβιώσει μετά τον θάνατο των γονιών της. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Αγιούμπ, ανήλικος ακόμη, αναλαμβάνει τον ρόλο του προστάτη και του «πατέρα». Η παιδική ηλικία έχει τελειώσει πρόωρα. Πρέπει να εργαστεί σκληρά για να θρέψει τα αδέλφια του και, κυρίως, να συγκεντρώσει χρήματα για τη χειρουργική επέμβαση του μικρού Μάντι, του ανάπηρου αδελφού του, που χρειάζεται επειγόντως ιατρική φροντίδα.
Οι επιλογές είναι ελάχιστες. Τα παιδιά μεταφέρονται με φορτηγά στο Ιράκ για να δουλέψουν στις αγορές ή συμμετέχουν σε επικίνδυνες διασυνοριακές μεταφορές εμπορευμάτων. Συχνά κουβαλούν βαριά ελαστικά μέσα στο χιόνι και το διαπεραστικό κρύο, σε συνθήκες εξαντλητικές, όπου η εκμετάλλευση είναι κανόνας και η αμοιβή αβέβαιη. Σε αυτό το ακραίο περιβάλλον, ακόμη και τα ζώα υποβάλλονται σε βία: τα μουλάρια και τα άλογα ποτίζονται με αλκοόλ για να αντέχουν το κρύο και το βάρος των φορτίων. Η εικόνα αυτή, που δίνει και τον τίτλο της ταινίας, λειτουργεί ως σκληρό και εύγλωττο σύμβολο μιας κοινωνίας που αναγκάζεται να «μεθύσει» για να συνεχίσει.
Η οικογένεια φτάνει σε οριακό σημείο όταν επιχειρείται να εξασφαλιστούν τα χρήματα της επέμβασης μέσω ενός προξενιού: η αδελφή των παιδιών παντρεύεται με αντάλλαγμα την υπόσχεση χρηματοδότησης της θεραπείας του Μάντι. Όμως στα σύνορα οι συμφωνίες είναι εύθραυστες, όπως και οι ανθρώπινες ζωές που εξαρτώνται από αυτές. Η ταινία παρακολουθεί αυτή την απελπισμένη διαδρομή χωρίς μελοδραματισμούς, με βλέμμα αυστηρό και ακλόνητο, αφήνοντας τον θεατή να βιώσει το βάρος των αποφάσεων και την αβεβαιότητα ενός μέλλοντος που δεν προσφέρει εγγυήσεις.
Ο Ghobadi δεν διατυπώνει ρητά πολιτικό μανιφέστο, ωστόσο η πολιτική διάσταση διαπερνά κάθε καρέ. Οι Κούρδοι, διασκορπισμένοι σε τέσσερα κράτη, βιώνουν μια διαρκή συνθήκη περιθωριοποίησης. Η ταινία αποτυπώνει τη ζωή σε μια μεθοριακή ζώνη όπου η νομιμότητα, η ασφάλεια και η αξιοπρέπεια είναι διαρκώς υπό διαπραγμάτευση. Τα στρατιωτικά γεγονότα και οι ενέδρες εμφανίζονται στο περιθώριο της δράσης, σχεδόν σαν αόρατες, «θεϊκές» παρεμβάσεις που καθορίζουν τις ζωές των παιδιών χωρίς εκείνα να έχουν κανέναν έλεγχο.
Όπως σε πολλές σημαντικές ιρανικές ταινίες, το παιδί βρίσκεται στο επίκεντρο. Εδώ, όμως, δεν υπάρχει η αινιγματική απόσταση ή η ποιητική αθωότητα που συχνά συναντάμε αλλού. Τα παιδιά του Ghobadi δεν είναι σύμβολα· είναι σώματα εκτεθειμένα στο κρύο, στη φτώχεια, στην ευθύνη. Βρίσκονται στη δίνη σκληρών συναισθημάτων και άμεσων αναγκών. Δεν στοχάζονται πάνω στη μοίρα τους — παλεύουν καθημερινά να τη μεταβάλουν.
Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται η αδελφική αγάπη. Η αφοσίωση του Αγιούμπ προς τον Μάντι αποτελεί τον ηθικό πυρήνα της αφήγησης. Σε έναν κόσμο όπου οι θεσμοί απουσιάζουν και το κράτος είναι μακρινό, η οικογένεια λειτουργεί ως το μοναδικό καταφύγιο. Ωστόσο, η ταινία δεν εξιδανικεύει αυτή τη σχέση: ο γάμος της αδελφής παρουσιάζεται ως πράξη ανάγκης, ως οικονομική συναλλαγή, αποκαλύπτοντας τη σκληρή πραγματικότητα που διαμορφώνει ακόμη και τους πιο ιερούς δεσμούς.
Η κινηματογραφική γραφή του Ghobadi είναι άγρια και διαυγής. Με λιτή, σχεδόν ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση, η κάμερα παρατηρεί χωρίς να σχολιάζει. Τα χειμωνιάτικα τοπία των συνόρων — χιόνι, βουνά, ομίχλη — δημιουργούν έναν οπτικό κόσμο ταυτόχρονα μεγαλειώδη και αφιλόξενο. Τα πανοραμικά πλάνα αναδεικνύουν τη μικρότητα του ανθρώπου απέναντι στη φύση, ενώ τα κοντινά στα πρόσωπα των παιδιών αποτυπώνουν την εσωτερική τους ένταση με συγκλονιστική απλότητα.
Σε ένα άλλο είδος ταινίας, η εικόνα των «μεθυσμένων αλόγων» θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μαύρη κωμωδία. Εδώ, όμως, δεν υπάρχει ειρωνική απόσταση. Υπάρχει ένα ακλόνητο βλέμμα που επιτρέπει στα παιδιά να σηκώσουν το βάρος μιας ύπαρξης υπερβολικά βαριάς ακόμη και για ενήλικες. Η τραγικότητα δεν διογκώνεται· καταγράφεται με ατσάλινη διαύγεια και βαθιά συμπόνια.
Η «Μια Ώρα για Μεθυσμένα Άλογα» δεν είναι εύκολη θέαση. Δεν προσφέρει ανακουφιστικές λύσεις ούτε εξιδανικευμένες εξόδους. Προσφέρει, όμως, κάτι σπάνιο: μια ειλικρινή και αδιαμεσολάβητη ματιά στην ανθρώπινη αντοχή. Μια ταινία για τα σύνορα, για την παιδική εργασία, για τη φτώχεια, για την αξιοπρέπεια και για τη δύναμη της αγάπης μέσα σε συνθήκες ακραίας στέρησης.
Πάνω απ’ όλα, είναι μια ταινία που μας καλεί να αναρωτηθούμε πόσο μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος πριν αναγκαστεί — όπως τα άλογα της ιστορίας — να «μεθύσει» για να συνεχίσει.
Ειδήσεις από τον Δήμο Φιλοθέης-Ψυχικού στο amarysia.gr
Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook





































































































