Ο Τρέιβις Χέινς III, Ph.D., ιστορικός και εκπαιδευτικός, είναι ένας από τους πιο αναγνωρισμένους, διεθνώς, ειδικούς επί βρετανικών θεμάτων του 19ου αιώνα και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη Βρετανική Αυτοκρατορική Ιστορία από το Πανεπιστήμιο του Τέξας, στο Austin.
Ο Φρανκ Σανέλλο, γνωστός συγγραφέας και αρθρογράφος πολλών εφημερίδων, έχει γράψει 15 βιβλία με θέμα την Ιστορία και τις κινηματογραφικές ταινίες.
Οι δύο πόλεμοι του Οπίου (1839-1842 και 1856-1860), είναι από τις σημαντικότερες συγκρούσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Σχεδόν από την πρώτη στιγμή που η Βρετανία δοκίμασε τη θελκτική γεύση ενός αφεψήματος, ήταν έθνος εξαρτημένο από το τσάι που παρήγαγε η Κίνα. Το ασήμι που ξοδευόταν για αυτό άρχισε να εξαντλεί τα ταμεία, μέχρις ότου οι Βρετανοί έμποροι ανακάλυψαν κάτι για το οποίο οι Κινέζοι ήταν επίσης πρόθυμοι να ξοδέψουν ασήμι: το όπιο. Πήραν τη μοιραία απόφαση να αρχίσουν να τους προμηθεύουν το ναρκωτικό, ενισχύοντας το διογκούμενο πρόβλημα της εξάρτησης του πληθυσμού της Κίνας.
Καθώς οι αρνητικές συνέπειες του ναρκωτικού πολλαπλασιάζονταν τόσο οι Κινέζοι όσο και οι Βρετανοί επίσημοι επιχειρηματολογούσαν για την ηθική πλευρά της εμπορικής διακίνησής του και κατά πόσο θα έπρεπε να επιτραπεί η συνέχισή της. Τελικά, φοβισμένος και αηδιασμένος από την καταστροφική επίδραση του ναρκωτικού στο λαό του, ο Αυτοκράτορας της Κίνας προσπάθησε να απαγορεύσει τη χρήση του και να αποκλείσει τους Δυτικούς λαθρέμπορους από τη χώρα. Οι Βρετανοί, που είχαν ανάγκη από τα κέρδη του οπίου και που ήταν απογοητευμένοι, επειδή επί χρόνια οι Κινέζοι τους θεωρούσαν «βαρβάρους», αποφάσισαν να πολεμήσουν ώστε να κρατήσουν τα κινεζικά λιμάνια ανοικτά στο εμπόριο και να εξαναγκάσουν την Κίνα να αναγνωρίσει τη Βρετανική Αυτοκρατορία ως ισάξιάς της. Έτσι, άρχισαν οι δύο από τους πλέον περίεργους πολέμους στην Ιστορία. Χαρακτηριστικό τους ήταν οι εκπληκτικά άνισες μάχες, κατά τις οποίες η τεχνολογική ισχύς των βρετανικών ατμοκίνητων πλοίων και των κινητών πυροβολαρχιών αποδεκάτισε τις μεσαιωνικές ιστιοφόρες τζόγκες, τα δόρατα και τα βέλη των κινέζων.
Η καταστροφή των Θερινών Ανακτόρων ήταν το αποκορύφωμα του δεύτερου από τους δύο Πολέμου του Οπίου μεταξύ Βρετανίας και Κίνας. Ο υπεύθυνος για αυτή την πράξη ήταν ο Βρετανός Πληρεξούσιος στην Κίνα, ο James Bruce, όγδοος Κόμης του Elgin, απόγονος του Robert the Bruce και γιος του έβδομου Κόμη του Elgin, ο οποίος είχε στείλει τις ζωοφόρους του Παρθενώνα στην Βρετανία.
Τα Θερινά Ανάκτορα του Αυτοκράτορα της Κίνας, ήταν κάτι περισσότερο από εξοχικό καταφύγιο, ήταν ταυτόχρονα αρχείο, μουσείο, ένας ανεκτίμητος θησαυρός και τρυφηλός παράδεισος.
Την 18 Οκτωβρίου 1860 ο Elgin πυρπόλησε τα Θερινά Ανάκτορα, σε αντίποινα για την φυλάκιση, τον ακρωτηριασμό, τα βασανιστήρια ή και τη δολοφονία περίπου 20 Βρετανών και Ινδών αιχμαλώτων πολέμου, οι οποίοι μολονότι βαστούσαν σημαία ανακωχής, είχαν φυλακισθεί εκεί.
Αυτά που κρύβονταν κάτω από τις παραβιάσεις της σημαίας ανακωχής και την υπό μορφή αντιποίνων καταστροφή των Θερινών Ανακτόρων από τον Elgin, ήταν πολύ πιο πολύπλοκα από τη μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου. Εξέφραζαν την απόφαση των Βρετανών να αναγκάσουν την Κίνα να μπει στη σύγχρονη, παγκόσμια βιομηχανική οικονομία παρά τη θέλησή της και να χρησιμοποιήσουν το όπιο ως το κύριο προϊόν των εξαγωγών τους, με αντάλλαγμα κινεζικά εμπορεύματα μεταξιού και τσαγιού, μια τακτική στην οποία αντετίθεντο σθεναρά οι Κινέζοι.
Με το σκοπό αυτό, οι Βρετανοί κήρυξαν δύο πολέμους εναντίον της Κίνας μέσα σε διάστημα δύο δεκαετιών, προσπαθώντας με τη βία να επιβάλουν σε αυτή τη χώρα την πώληση του οπίου, και επίσης να υποχρεώσουν την κινέζικη κυβέρνηση να διαπραγματευθεί με τη Βρετανία ως προς ίσο συναλλασσόμενο έθνος. Αλλά η αληθινή αντιπαράθεση ήταν κάτι περισσότερο από οικονομική. Στην πραγματικότητα, η πυρπόληση των Θερινών Ανακτόρων αντιπροσώπευε ταυτόχρονα τόσο το αποκορύφωμα όσο και μία νέα αρχή ενός πολύ μεγαλύτερου παιχνιδιού πολιτιστικής αντιπαράθεσης, αντιπαράθεσης μεταξύ δύο μεγάλων παγκόσμιων πολιτισμών, ενός νέου και ενός αρχαίου, που και οι δυο είχαν την πεποίθηση ότι αποτελούν το αποκορύφωμα του πολιτισμού στον πλανήτη, ένα παιχνίδι που είχε αρχίσει σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα. Η καλλιέργεια του οπίου ανθούσε στην Κίνα και κατά τις δεκαετίες του ‘20 και του ‘30. Μέσα σε ένα χρόνο, με την άνοδο των Κομμουνιστών στο 1949, η κυβέρνηση του Μάο κήρυξε εκτός νόμου τα ναρκωτικά, την καλλιέργειά τους, την χρήση και την πώληση.
Ο Μάο εφήρμοσε με πυγμή την απαγόρευση. Οι έμποροι εκτελούνταν με συνοπτική διαδικασία. Το 1960, το καθεστώς ανακοίνωσε, ότι η εξάρτηση από το όπιο είχε πάψει να υφίσταται στην Κίνα. Μετά από 150 χρόνια αγώνων και καταστροφών, ο κινέζικος λαός είχε επιτέλους ελευθερωθεί από τα «άνθη του κακού», με αντάλλαγμα την πολιτική και ατομική ελευθερία του.
Οι «Πόλεμοι του Οπίου» παρουσιάζουν μια νέα ιστορική άποψη, που αποκαλύπτει τις πολιτικές και ηθικές διαμάχες των ανθρώπων που αναμίχθηκαν σε αυτούς, οι οποίοι κατέστρεψαν μία αυτοκρατορία και δηλητηρίασαν τους δεσμούς μεταξύ Κίνας και Δύσης μέχρι και σήμερα…
Ένα αξιόλογο βιβλίο.
Εκδόσεις Γκοβόστης 2007 – σελ. 415
Κώστας Τραχανάς





































































































