Ολοκληρώθηκε το πρωί της Κυριακής 23 Φεβρουαρίου, στο στέκι της «Δράσης» στην οδό Πάρνηθος, ο πρώτος κύκλος των τριών βιβλιοπαρουσιάσεων – συζητήσεων της νέας χρονιάς, με περισσότερους από 50 ακροατές να παρακολουθούν την εξαιρετική εισήγηση της Ιωάννας Τσιβάκου, ομότιμης καθηγήτριας του Παντείου Πανεπιστημίου, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου «Συναίσθημα και ορθολογικότητα, η Ελληνική Εμπειρία», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ι. Σιδέρης».
Ανάμεσά τους η πρόεδρος του Συλλόγου Ηπειρωτών Βριλησσίων «Πύρρος» Θάλεια Πορφύρη, ο Σπύρος Κουτρούλης, (εισηγητής στην αμέσως προηγούμενη βιβλιοπαρουσίαση της «Δράσης» με θέμα «Φιλοσοφία & Ιστορία»), ο Αιμίλιος Ζαχαρέας, ο εκδότης του βιβλίου Ανδρέας Σιδερής και ο μεγάλος ζωγράφος Σωτήρης Σόρογκας. Της εισήγησης ακολούθησε εκτεταμένη και ζωηρή συζήτηση, που παρακολούθησαν με προσήλωση όλοι οι παρευρισκόμενοι.
Αναλύοντας το θέμα της, η Ιωάννα Τσιβάκου ξεκίνησε αποδεικνύοντας ότι οι αρνητικές αξιολογήσεις για τον ελληνικό συναισθηματισμό (όρος που χρησιμοποιείται υποτιμητικά θέλοντας να δηλώσει πως ο ελληνικός λαός διακατέχεται από έντονο αυθορμητισμό και ευσυγκινησία κατά τη λήψη των πολιτικών του αποφάσεων και εκδηλώσεων), αντλούνται περισσότερο από επιπόλαιες γνώμες ξένων αφηγητών, παρά από στατιστικά δεδομένα.
Οι ρίζες αυτών των αντιλήψεων κατά την ομιλήτρια, ανευρίσκονται σε θέσεις Ελλήνων διανοουμένων αλλά και πολιτικών, οι οποίοι, εκκινώντας από τη μακρά παράδοση του λαού μας στις συγγενικές και πελατειακές σχέσεις, όπως και από τους στενούς δεσμούς του με την οικογένεια και τον τόπο καταγωγής, ισχυρίστηκαν πως το ελληνικό υποκείμενο δεν εσωτερίκευσε μια κουλτούρα θρεμμένη με τις αξίες του Διαφωτισμού, υπέρμαχη του ελεύθερου ανταγωνισμού και της φιλελεύθερης σκέψης.
Κατά την συγγραφέα, οι κριτικοί της νεοελληνικής –κυρίως πολιτικής- κουλτούρας, παραπέμπουν σ’ εκείνη την ορθολογικότητα που επικράτησε στις βιομηχανικές κοινωνίες των «εκσυγχρονισμένων» δυτικών κοινωνιών και είθισται να αποκαλείται «εργαλειακή», καθώς σύμφωνα με αυτήν, η προσοχή του ορθολογικά σκεπτόμενου ατόμου δίνεται στην επιλογή των πιο κατάλληλων «εργαλείων» ή μέσων για την πραγμάτωση οποιουδήποτε σκοπού. Το αποτέλεσμά της, όπως απέδειξε η ιστορία, είναι η επικράτηση των μέσων επί του σκοπού. Μια τέτοια ορθολογικότητα όμως, (η οποία, παρεμπιπτόντως καλείται «εκσυγχρονιστική» λόγω του ότι ανεπιφύλακτα ομνύει στον δυτικό εκσυγχρονισμό), παρακάμπτει τη σημασία του συναισθήματος πάνω σε κάθε απόφαση, κυρίως πολιτική.
«Το συναίσθημα υπερβαίνει τα όρια του αισθήματος»
Η Ιωάννα Τσιβάκου υποστηρίζει πως το συναίσθημα υπερβαίνει τα όρια του αισθήματος, όντας απόρροια της πίστεως και της επιθυμίας, και πως για να σταθεί και να ριζώσει στις ανθρώπινες ψυχές η ορθολογικότητα ως ιδεολογία, απαιτεί τη νομιμοποίησή της από την πίστη και τα ιδεώδη που την εκφράζουν, άρα και από τα συναισθήματα που τα συνοδεύουν.
Προχωρώντας τους συλλογισμούς της, επεσήμανε πως η συνεχής διαπάλη και προσπάθεια για συμφιλίωση μεταξύ της ορθολογικότητας, της αιτούμενης από τους θεσμούς και τις κοινωνικές πρακτικές, από το ένα μέρος, και των ιδεωδών και συναισθημάτων που διακινεί η πίστη ενός ατόμου ή μιας κοινωνικής συλλογικότητας, από το άλλο, διενεργείται πάνω στο πεδίο της ατομικής και συλλογικής συνείδησης και, προφανώς, πάνω στο πεδίο των ταυτοτήτων, με τις τελευταίες να διακρίνονται αντίστοιχα σε προσωπική, κοινωνική και μακρο-συλλογική ή εθνική ταυτότητα.
«Η ελληνική ορθολογικότητα είναι ιδιάζουσα»
Αρνούμενη η Τσιβάκου την άποψη πως η κοινωνία του νεοϊδρυθέντος κράτους ήταν παραδοσιακά συναισθηματική και καθυστερημένη, υποστηρίζει πως «η ελληνική» ορθολογικότητα είναι ιδιάζουσα, συνδυασμένη με επιχειρήματα έτσι συγκροτημένα, ώστε το κοινωνικό σώμα να οδηγείται σε συμπεράσματα εξυπηρετικά σκοπών πολιτικών, όχι υποταγμένων στην αποτελεσματικότητα των μέσων.
«Ο Έλληνας δεν μπορεί να εξέλθει από τα συναισθηματικά του βιώματα αν δεν έχει πειστεί για τον σκοπό που θα πρέπει να υπηρετήσει∙ δηλαδή, αν ο σκοπός δεν εμπνέεται από τα βαθύτερα συλλογικά του ιδεώδη. Σε αντίθεση με το δυτικό άτομο που έχει πλήρως αποκοπεί από συλλογικούς δεσμούς, το ελληνικό άτομο εξακολουθεί να παλεύει για τη συμφιλίωση ατομικού με συλλογικό και σ’ αυτήν του την προσπάθεια παντρεύει με τον δικό του τρόπο συναίσθημα και Ορθό Λόγο.
Αναλύοντας το πώς παίζεται το παιχνίδι ανάμεσα σε ορθολογικότητα και συναίσθημα στο πεδίο των ταυτοτήτων, η Ιωάννα Τσιβάκου βοηθά να συνειδητοποιούμε τις αλληλεπιδράσεις τους και να κατανοήσουμε καλυτέρα τις διακυμάνσεις που υφίσταται η εθνική μας ταυτότητα εμπρός σε κρίσιμα συμβάντα: Όσο ένα άτομο ή ένας λαός βυθίζεται σε οικονομική κρίση που ανατρέπει τα δεδομένα της επιβίωσής του, τόσο τα συναισθήματα του φόβου αυξάνουν και ο Έλληνας καταφεύγει στην αναζωπύρωση των δεσμών της οικογένειας, της εκκλησίας και της κοινότητας, γεγονός που εμπόδισε την εξαθλίωσή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποδεικνύεται πως η πρόσδεσή του σε πατρογονικές πίστεις και συναισθήματα, εφόσον αξιοποιούνται με ορθολογική σκέψη που αποβλέπει σε σκοπούς και όχι σε μέσα, δεν είναι αρνητική, αλλά είναι ικανή να τον συνδράμει σε κρίσιμες στιγμές».