Υπάρχουν άνθρωποι που µοιάζουν µε ήρεµη θάλασσα. Δεν σηµαίνει ότι δεν έχουν περάσει καταιγίδες· σηµαίνει ότι έµαθαν να µην αφήνουν κάθε άνεµο να τους παρασύρει.
Υπάρχουν και άνθρωποι φουρτουνιασµένοι. Μέσα τους συγκρούονται φόβοι, επιθυµίες, πληγές και ανεκπλήρωτες ανάγκες. Συχνά η ταραχή που δείχνουν προς τα έξω είναι η γλώσσα µιας εσωτερικής µάχης.
Κανείς δεν είναι µόνο το ένα ή µόνο το άλλο. Η ζωή µάς µετακινεί από τη γαλήνη στη φουρτούνα και πάλι πίσω. Η διαφορά δεν βρίσκεται στο αν θα έρθει η καταιγίδα, αλλά στο αν θα αποκτήσουµε το βάθος που επιτρέπει στην επιφάνεια να ταράζεται χωρίς να χάνεται ο πυθµένας.
Η αληθινή ηρεµία δεν είναι η απουσία θορύβου. Είναι η παρουσία εσωτερικής ισορροπίας, ακόµη κι όταν γύρω µας φυσούν δυνατοί άνεµοι.
∆ύο φίλοι ηλικιωµένοι, καθισµένοι σ’ ένα παγκάκι ατενίζουν τη θάλασσα και ανταλλάσσουν απόψεις σε θέµατα της ηλικιακής καθηµερινότητάς τους.
– Οι ανεκπλήρωτες επιθυµίες της νεαρής ηλικίας και της φουρτουνιασµένης εικόνας, µπορεί και να προέρχονται από την επιθυµία για την εκπλήρωση στόχων. Για τις γεροντικές εικόνες ενός φουρτουνιασµένου ανθρώπου, µέχρι ανοησίας, τι άραγε να τις προκαλεί;
Eίναι πιθανό, αλλά δεν υπάρχει µία µόνο εξήγηση. Στη νεαρή ηλικία, η φουρτούνα συχνά συνδέεται µε το «µπροστά»: όνειρα που δεν πραγµατοποιήθηκαν, φιλοδοξίες, ανάγκη αναγνώρισης, έρωτες, η αίσθηση ότι η ζωή χρωστά ακόµη κάτι. Η ένταση τροφοδοτείται από το µέλλον.
Στα γηρατειά, όµως, η φουρτούνα αλλάζει πηγή. Μπορεί να προκαλείται από:
– Τη δυσκολία αποδοχής όσων δεν έγιναν ποτέ.
– Τις ενοχές για επιλογές ή παραλείψεις.
– Την απώλεια ανθρώπων, ρόλων και της σωµατικής δύναµης.
– Τον φόβο της εξάρτησης ή του τέλους της ζωής.
– Την πικρία όταν οι προσδοκίες για τον εαυτό ή τους άλλους διαψεύστηκαν.
Υπάρχει όµως και µια άλλη περίπτωση: ένας ηλικιωµένος µπορεί να φαίνεται «φουρτουνιασµένος µέχρι ανοησίας» όχι επειδή είναι κακός ή αµετανόητος, αλλά επειδή έχουν επέλθει αλλαγές στον εγκέφαλο.
Ορισµένες µορφές άνοιας, η κατάθλιψη, χρόνιοι πόνοι ή άλλες νευρολογικές και ψυχιατρικές καταστάσεις µπορούν να επηρεάσουν την κρίση, την αυτοσυγκράτηση και τη συµπεριφορά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα δεν εξηγείται µόνο από τον χαρακτήρα ή το παρελθόν.
Ίσως, λοιπόν, η µεγαλύτερη διαφορά είναι αυτή:
Ο νέος υποφέρει κυρίως από όσα περιµένει από το µέλλον. Ο ηλικιωµένος υποφέρει συχνά από όσα κουβαλά από το παρελθόν και από όσα δεν µπορεί πλέον να αλλάξει.
Και όµως, υπάρχουν ηλικιωµένοι µε αξιοθαύµαστη γαλήνη. Αυτό δείχνει ότι η ηρεµία δεν είναι δώρο της ηλικίας, αλλά καρπός συµφιλίωσης µε τον εαυτό, τους άλλους και την ίδια τη ζωή. ∆εν την αποκτούν όλοι, αλλά όσοι την αποκτούν συνήθως δεν επειδή δεν πόνεσαν, αλλά επειδή έµαθαν να µη ζουν σε διαρκή σύγκρουση µε ό,τι δεν µπορεί πια να αλλάξει.
– Βλέπω γύρω µου, και ίσως και εγώ να ανήκω σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία και συµπεριφορά, και άλλοι να βλέπουν εµένα, όµως αυτό που βλέπω εγώ είναι η φουρτούνα ορισµένων, εκφράζεται πολλές φορές µε ένα µίσος έντονης κακίας και ανοησίας. Αυτό βλέπω εγώ και αυτό θέλω, να µπορούσα να µπω στο µυαλό αυτών των ανθρώπων και να βρω απάντηση, στο γιατί νιώθουν έτσι αυτοί οι άνθρωποι;
Η ερώτησή σου είναι από τις πιο δύσκολες στην ανθρώπινη ψυχολογία. Και ίσως η απάντηση να µη βρίσκεται στο µίσος, αλλά στον πόνο που κρύβεται πίσω του.
Οι άνθρωποι που µεγαλώνουν και γίνονται πικροί, σκληροί ή κακόβουλοι δεν ξυπνούν ένα πρωί και αποφασίζουν να µισούν. Συνήθως έχουν περάσει χρόνια χτίζοντας µέσα τους µια αφήγηση: «Αδικήθηκα. ∆εν µε κατάλαβαν. ∆εν πήρα αυτά που άξιζα. Οι άλλοι µου χρωστούν». Αν αυτή η αφήγηση δεν αµφισβητηθεί ποτέ, γίνεται ο τρόπος µε τον οποίο ερµηνεύουν ολόκληρο τον κόσµο.
Υπάρχει και κάτι ακόµη. Με την ηλικία, οι δυνατότητες να αλλάξει κανείς τη ζωή του µειώνονται. Όταν ένας νέος απογοητεύεται, µπορεί να πει: «Θα προσπαθήσω αλλιώς». Ένας ηλικιωµένος µπορεί να νιώθει ότι δεν υπάρχει πια χρόνος. Και τότε η απογοήτευση µετατρέπεται εύκολα σε πικρία. Η πικρία, όταν χρονίσει, µπορεί να µοιάζει µε κακία.
Αλλά υπάρχει µια λεπτή διάκριση. ∆εν είναι όλοι οι πικραµένοι κακοί. Και δεν είναι όλοι οι κακοί πικραµένοι. Υπάρχουν άνθρωποι που επέλεξαν, για δεκαετίες, να καλλιεργούν τη ζήλια, την υπεροψία ή την εχθρότητα. Ο χαρακτήρας δεν εξαφανίζεται µε τα χρόνια· συχνά µεγεθύνεται. Η ηλικία αφαιρεί τα κοινωνικά προσχήµατα και αφήνει να φανεί πιο καθαρά αυτό που καλλιεργούσε κανείς µια ζωή.
– Μου έκανε όµως εντύπωση µια φράση σου: «Θα ήθελα να µπορούσα να µπω στο µυαλό αυτών των ανθρώπων». Ίσως επειδή ελπίζεις ότι, αν καταλάβεις το «γιατί», θα πάψεις να πληγώνεσαι από αυτό που βλέπεις.
∆εν ξέρω αν είναι εφικτό. Ξέρω όµως ότι, αν µπορούσες πράγµατι να µπεις στο µυαλό πολλών από αυτούς τους ανθρώπους, πιθανότατα δεν θα έβρισκες έναν δαίµονα. Θα έβρισκες έναν άνθρωπο που φοβάται, που νιώθει ασήµαντος, που συγκρίνει τη ζωή του µε των άλλων, που δεν συγχώρεσε ποτέ ούτε τους άλλους ούτε τον εαυτό του. Και αυτός ο φόβος, όταν δεν µεταµορφώνεται σε σοφία, συχνά µεταµορφώνεται σε επιθετικότητα.
Υπάρχει µια παρατήρηση του ψυχιάτρου Carl Gustav Jung που ταιριάζει εδώ: δεν γινόµαστε αυτόµατα σοφότεροι µεγαλώνοντας. Αν δεν εργαστούµε πάνω στον εαυτό µας, απλώς γινόµαστε µια πιο έντονη εκδοχή αυτού που ήδη ήµασταν. Ίσως λοιπόν το πραγµατικό ερώτηµα να µην είναι µόνο «Γιατί αυτοί είναι έτσι;», αλλά και «Πώς µπορώ εγώ να µη γίνω έτσι;».
Από όσα αναφέρεις, έχω την αίσθηση ότι αυτή είναι η βαθύτερη αγωνία σου. ∆εν σε ενδιαφέρει απλώς να ερµηνεύσεις τους άλλους· θέλεις να προστατεύσεις τον εαυτό σου από το να καταλήξει κάποτε να βλέπει τον κόσµο µε µίσος αντί µε κατανόηση. Και µόνο που το αναρωτιέσαι, έχεις ήδη κάνει ένα σηµαντικό βήµα προς την αντίθετη κατεύθυνση.
– Θα ήθελα να «έµπαινα» στο µυαλό αυτών των ανθρώπων, για να σβήσω µε το λόγο µου, αυτή τη φωτιά που βλέπω ότι τους καίει τις όµορφες στιγµές που και αυτή η ηλικία έχει, όταν έχεις το ηλικιακό γνώθι σαυτόν. Πίστεψέ µε, θλίβοµαι γι’ αυτούς όταν ακόµη δέχοµαι και φραστική επίθεση εναντίον µου, όταν συγκρούονται οι απόψεις µας, για τελείως ασήµαντα πράγµατα.
Σε πιστεύω. Και αυτό που περιγράφεις δεν µοιάζει να γεννιέται από την ανάγκη να «νικήσεις» σε µια συζήτηση, αλλά από τη θλίψη να βλέπεις ανθρώπους να βασανίζονται από τον ίδιο τους τον εαυτό.
Υπάρχει όµως κάτι που έχω παρατηρήσει: ο άνθρωπος που καίγεται από τη δική του φωτιά σπάνια δέχεται κάποιον που προσπαθεί να τη σβήσει. Συχνά, τον εκλαµβάνει ως απειλή. Όχι επειδή ο άλλος λέει κάτι λάθος, αλλά επειδή κάθε διαφορετική άποψη µοιάζει σαν αµφισβήτηση της ίδιας του της ταυτότητας.
Γι’ αυτό, όταν συγκρούεστε για ασήµαντα πράγµατα, το θέµα συνήθως δεν είναι το αντικείµενο της διαφωνίας. Το θέµα είναι βαθύτερο: η ανάγκη να νιώσουν ότι εξακολουθούν να έχουν αξία, ότι η γνώµη τους µετράει, ότι δεν έχουν γίνει αόρατοι.
– Μου άρεσε ιδιαίτερα η φράση σου: «…όταν έχεις το ηλικιακό γνώθι σαυτόν».
Είναι µια πολύ ώριµη σκέψη. Το «γνώθι σαυτόν» στην Τρίτη Ηλικία ίσως σηµαίνει να αποδέχεσαι ότι δεν χρειάζεται να έχεις τον τελευταίο λόγο, ότι δεν χρειάζεται να αποδείξεις την ανωτερότητά σου, ότι µπορείς να αφήσεις µια διαφωνία να περάσει χωρίς να αισθανθείς πως χάνεις κάτι από την αξιοπρέπειά σου.
Εκείνοι που δεν έφτασαν σε αυτή τη συµφιλίωση συχνά παλεύουν µε κάθε µικρή αντίρρηση, σαν να παλεύουν για την ίδια τους την ύπαρξη.
Θα σου πω όµως και κάτι που ίσως σε προστατεύσει. ∆εν µπορείς να σβήσεις µια φωτιά που ο άλλος θεωρεί ότι τον κρατά ζωντανό. Μπορείς µόνο να του προσφέρεις µια στιγµή δροσιάς. Αν τη δεχτεί, καλώς. Αν όχι, η επιµονή σου µπορεί να γίνει, στα µάτια του, άλλος ένας άνεµος που δυναµώνει τις φλόγες.
Ίσως η µεγαλύτερη προσφορά δεν είναι να τον πείσεις, αλλά να παραµείνεις εσύ ήρεµος. Η ηρεµία δεν αλλάζει πάντα τον άλλον· αλλά µερικές φορές τον αναγκάζει, έστω για λίγο, να αναρωτηθεί γιατί εκείνος δεν µπορεί να είναι έτσι.
Και κάτι τελευταίο. Ακούγοντας τα λόγια σου, µου ήρθε στο νου µια εικόνα. Υπάρχουν δύο ειδών ηλικιωµένοι. Εκείνοι που µπαίνουν σε ένα δωµάτιο και ζητούν από όλους ενέργεια για να αισθανθούν καλύτερα. Και εκείνοι που µπαίνουν σε ένα δωµάτιο και φέρνουν οι ίδιοι γαλήνη. ∆εν έχει σχέση µε την ηλικία ούτε µε την υγεία.
Έχει σχέση µε το τι καλλιεργούσαν µέσα τους επί δεκαετίες.
Από τον τρόπο που εκφράζεσαι, µου φαίνεται πως η δική σου αγωνία είναι να ανήκεις στη δεύτερη κατηγορία. Αυτό δεν σηµαίνει ότι δεν θα στενοχωριέσαι από την κακία των άλλων. Σηµαίνει όµως ότι δεν θα την αφήσεις να γίνει και δική σου. Και αυτό, όσο απλό κι αν ακούγεται, είναι µια από τις µεγαλύτερες νίκες που µπορεί να πετύχει ένας άνθρωπος καθώς µεγαλώνει.
– Αρκετά για σήµερα, σε κούρασα. Την τόσο ενδιαφέρουσα κι εποικοδοµητική συζήτησή µας θα την συνεχίσουµε αύριο.
Γιώργος Χατζηγιαννάκος







































































































