Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος, Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος
Yπάρχουν παθογένειες που δεν είναι απλώς διοικητικές δυσλειτουργίες, αλλά βαθιά πολιτισµικά χαρακτηριστικά ενός κράτους που έµαθε να επιβιώνει µέσα από τις εξαιρέσεις του.
Το ρουσφέτι είναι ίσως η πιο ανθεκτική από αυτές. Όχι µόνο επειδή επιβίωσε δεκαετίες πολιτικών αλλαγών, κρίσεων και µνηµονίων, αλλά επειδή κατάφερε να µεταµφιεστεί σε κάτι δήθεν θεµιτό: στην «αποτελεσµατική πολιτική παρέµβαση».
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η µεγάλη ελληνική αυταπάτη.
Μάθαµε να αποθεώνουµε τον πολιτικό που «κάνει τη δουλειά», που σηκώνει το τηλέφωνο, που ανοίγει πόρτες, που παρακάµπτει διαδικασίες, που µετατρέπει την προσωπική γνωριµία σε διοικητικό αποτέλεσµα.
Αντί να απαιτούµε κράτος δικαίου, αρκεστήκαµε σε ένα κράτος διαµεσολάβησης. Αντί να ζητούµε θεσµούς, αρκεστήκαµε σε πρόσωπα. Και αντί να θεωρούµε αυτονόητη την ισονοµία, συνηθίσαµε την εξαίρεση ως κανόνα.
Το πρόβληµα δεν είναι µόνο πολιτικό. Είναι βαθιά οικονοµικό και αναπτυξιακό.
Ως οικονοµολόγος, δεν µπορώ παρά να επισηµάνω ότι το ρουσφέτι αποτελεί έναν από τους πιο ύπουλους µηχανισµούς παραγωγής κόστους στην ελληνική οικονοµία. ∆ηµιουργεί στρεβλές κατανοµές πόρων, υπονοµεύει την αποδοτικότητα της δηµόσιας διοίκησης, ενισχύει την αναξιοκρατία και λειτουργεί ως αντικίνητρο για την υγιή επιχειρηµατικότητα. Καµία σοβαρή επενδυτική κουλτούρα δεν µπορεί να αναπτυχθεί σε ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση στο αυτονόητο δεν εξαρτάται από κανόνες, αλλά από πολιτικές προσβάσεις.
Ακόµη πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η πρακτική συντηρείται κοινωνικά. Ο πολίτης που αναγκάζεται να ζητήσει πολιτική παρέµβαση για να λυθεί ένα αυτονόητο ζήτηµα δεν βλέπει απλώς ένα κράτος που δυσλειτουργεί βλέπει ένα σύστηµα που τον εκπαιδεύει να αναζητά προστάτες αντί για δικαιώµατα.
Κάπως έτσι, η ∆ηµοκρατία χάνει σταδιακά το θεσµικό της βάθος και µετατρέπεται σε δίκτυο εξυπηρετήσεων.
Η αλήθεια είναι σκληρή αλλά αναγκαία: όσο συνεχίζουµε να αποκαλούµε «ικανό» τον πολιτικό που παρακάµπτει τον κανόνα, τόσο θα αποδυναµώνουµε τον ίδιο τον κανόνα. Και χωρίς κανόνες, δεν υπάρχει ούτε κράτος δικαίου, ούτε σοβαρή οικονοµία, ούτε κοινωνική δικαιοσύνη.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλους διαχειριστές εξαιρέσεων. Χρειάζεται πολιτικούς που να καθιστούν περιττή την εξαίρεση. Χρειάζεται θεσµούς που να λειτουργούν χωρίς τηλέφωνα, χωρίς µεσάζοντες, χωρίς “δικούς µας” και “δικούς τους”.
Το πραγµατικό ερώτηµα για το πολιτικό σύστηµα δεν είναι αν µπορεί ακόµη να παράγει εξυπηρετήσεις. Είναι αν έχει το θάρρος να συγκρουστεί µε την ίδια τη µήτρα που το αναπαράγει.
Γιατί όσο το ρουσφέτι επιβραβεύεται εκλογικά, καµία µεταρρύθµιση δεν θα είναι ουσιαστική. Θα αλλάζουν οι νόµοι, αλλά όχι η νοοτροπία. Θα µιλάµε για ψηφιακό κράτος, αλλά θα επιβιώνει το αναλογικό παρασκήνιο.
Θα επικαλούµαστε την Ευρώπη, αλλά θα λειτουργούµε µε όρους «πελατειακού κράτους «.
Και τότε η µεγαλύτερη πολιτική ήττα δεν θα είναι των κυβερνήσεων. Θα είναι της ίδιας της κοινωνίας που εξακολουθεί να συγχέει το δικαίωµα µε τη χάρη.








































































































