Γράφει ο δρ. Αλέξιος Παναγόπουλος
Καθηγητής και Ακαδηµαϊκός
Ξένων Ακαδηµιών των Επιστηµών
Η διεθνής πολιτική εισέρχεται σε µια περίοδο βαθιάς αναδιάταξης, όπου η έννοια της ασφάλειας δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από τους διεθνείς θεσµούς και το διεθνές δίκαιο, αλλά ολοένα περισσότερο από την ισορροπία στρατιωτικής ισχύος, την τεχνολογική υπεροχή και την ικανότητα αποτροπής.
Η πρόσφατη δήλωση του προέδρου των Ηνωµένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραµπ ότι «χωρίς τις Ηνωµένες Πολιτείες δεν θα υπήρχε Ισραήλ» αποτελεί χαρακτηριστική έκφραση της στρατηγικής σχέσης Ουάσιγκτον-Τελ Αβίβ.
Παράλληλα, όµως, αναδεικνύει ένα βαθύτερο γεωπολιτικό ερώτηµα: κατά πόσον οι µεγάλες στρατηγικές δεσµεύσεις των Ηνωµένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή και αλλού προκαλούν νέες εσωτερικές και διεθνείς εντάσεις. Η αµερικανοϊσραηλινή σχέση και το ζήτηµα της στρατηγικής εξάρτησης, καθώς η συµµαχία Ηνωµένων Πολιτειών και Ισραήλ αποτελεί µία από τις σηµαντικότερες στρατηγικές σχέσεις του σύγχρονου κόσµου. Η στρατιωτική συνεργασία, η ανταλλαγή πληροφοριών, η αµυντική τεχνολογία και η πολιτική υποστήριξη έχουν δηµιουργήσει ένα ιδιαίτερα ισχυρό πλαίσιο αµοιβαίων συµφερόντων, που όλοι οι Λαοί εύκολα αδικούνται.
Ωστόσο, η σηµερινή συγκυρία αποκαλύπτει µια νέα διάσταση: η εξωτερική πολιτική αρχίζει να µετατρέπεται σε παράγοντα εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης στις ίδιες τις Ηνωµένες Πολιτείες. Οι κοινωνικές αντιδράσεις, οι πολιτικές διαιρέσεις και η ένταση µεταξύ διαφορετικών ρευµάτων στο αµερικανικό πολιτικό σύστηµα δείχνουν ότι η διαχείριση της Μέσης Ανατολής δεν αποτελεί πλέον µόνο ζήτηµα της διπλωµατίας, αλλά και ζήτηµα της εσωτερικής συνοχής.
Η ρωσική σχολή σκέψης, ως αποτροπή, κυριαρχίας και επιβίωση κρατών. Από τη ρωσική οπτική, η οποία διαµορφώνεται µέσα από τη στρατηγική σκέψη του Κρεµλίνου και γεωπολιτικές αναλύσεις προσώπων που επηρεάζουν τη ρωσική γεωπολιτική αντίληψη, όπως ο σύµβουλος του προέδρου Βλαντίµιρ Πούτιν, Σεργκέι Καραγκάνοφ, η πυρηνική αποτροπή αποτελεί όχι απλώς στρατιωτικό εργαλείο, αλλά θεµελιώδη µηχανισµό διατήρησης της κρατικής κυριαρχίας.
Η συγκεκριµένη σχολή σκέψης υποστηρίζει ότι µετά το τέλος του Ψυχρού Πολέµου δηµιουργήθηκε µια περίοδος κατά την οποία οι Ηνωµένες Πολιτείες και οι σύµµαχοί τους απέκτησαν υπερβολική επιρροή στο διεθνές σύστηµα.
Κατά τη ρωσική ανάγνωση, η στρατιωτική επέµβαση στη πρώην Γιουγκοσλαβία, η επέµβαση στο Ιράκ και η περίπτωση της Λιβύης δηµιούργησαν σε πολλά κράτη την αντίληψη ότι η απουσία ισχυρής αποτρεπτικής ικανότητας µπορεί να οδηγήσει σε απώλεια κυριαρχίας. Ο Σεργκέι Καραγκάνοφ έχει υποστηρίξει ότι η πυρηνική αποτροπή αποτελεί το θεµέλιο της παγκόσµιας στρατηγικής ισορροπίας και ότι η αµφισβήτηση αυτής της ισορροπίας αυξάνει τον κίνδυνο παγκόσµιας αστάθειας.
Παρόµοιες θέσεις έχουν εκφραστεί και από άλλους Ρώσους στρατηγικούς αναλυτές, οι οποίοι θεωρούν ότι η πυρηνική ισχύς λειτουργεί ως «τελευταία γραµµή άµυνας» απέναντι σε υπέρτερες συµβατικές δυνάµεις.
Βεβαίως, οι απόψεις αυτές αποτελούν τη ρωσική γεωστρατηγική ερµηνεία και δεν γίνονται αποδεκτές από το σύνολο της διεθνούς επιστηµονικής κοινότητας.
Το παράδειγµα Καντάφι και η βορειοκορεατική επιλογή, εµφανίζεται ως ιδιαίτερη θέση στη ρωσική επιχειρηµατολογία, ως κατέχει η περίπτωση της Λιβύης. Η Μόσχα επανέρχεται συχνά στο επιχείρηµα ότι ο Μουαµάρ Καντάφι εγκατέλειψε το πρόγραµµα ανάπτυξης όπλων µαζικής καταστροφής, επιχείρησε την εξοµάλυνση των σχέσεών του µε τη ∆ύση και τελικά ανατράπηκε το 2011. Αντίθετα, η Βόρεια Κορέα, σύµφωνα µε αυτή την ανάλυση, επέλεξε την αντίθετη στρατηγική: διατήρησε και ανέπτυξε πυρηνική ικανότητα, θεωρώντας ότι αυτή λειτουργεί ως εγγύηση επιβίωσης του καθεστώτος.
Το συµπέρασµα που προβάλλεται από τη ρωσική πλευρά είναι ότι κράτη χωρίς ισχυρή αποτροπή είναι περισσότερο ευάλωτα σε εξωτερικές πιέσεις. Το επιχείρηµα αυτό, αν και αµφισβητείται έντονα από τη ∆ύση,
αποτελεί σήµερα έναν από τους βασικούς άξονες της στρατηγικής σκέψης πολλών µη δυτικών δυνάµεων.
Η επιστροφή του ρεαλισµού στις διεθνείς σχέσεις, συναποτελεί εξέλιξη που επιβεβαιώνει τις κλασικές θεωρίες του πολιτικού ρεαλισµού στις διεθνείς σχέσεις, όπως αυτές αναπτύχθηκαν από τον Hans Morgenthau και τον Kenneth Waltz. Σύµφωνα µε τον ρεαλισµό, τα κράτη ενεργούν πρωτίστως µε βάση την ασφάλεια, την επιβίωση και την ισορροπία ισχύος. Η σύγχρονη διεθνής πραγµατικότητα φαίνεται να επιστρέφει σε αυτή τη λογική.
Η άνοδος της Κίνας, η ενίσχυση των BRICS, η στρατηγική συνεργασία Ρωσίας-Κίνας-Ιράν και η αµφισβήτηση της αµερικανικής πρωτοκαθεδρίας δηµιουργούν ένα νέο πολυπολικό περιβάλλον.
Συµπέρασµα: Ένας κόσµος µεταξύ αποτροπής και αβεβαιότητας στον 21ο αιώνα δεν χαρακτηρίζεται πλέον από την αισιοδοξία της παγκοσµιοποίησης, αλλά από την επιστροφή της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Η ισχύς, η αποτροπή και οι στρατηγικές συµµαχίες επανέρχονται στο κέντρο της διεθνούς πολιτικής.
Το µεγάλο ερώτηµα δεν είναι µόνο ποιος διαθέτει περισσότερη στρατιωτική δύναµη. Είναι εάν η ανθρωπότητα µπορεί να οικοδοµήσει ένα σύστηµα όπου η ασφάλεια δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τον φόβο της καταστροφής, αλλά από τη διπλωµατία, την ισορροπία συµφερόντων και τον σεβασµό των κανόνων του διεθνούς δικαίου. ∆ιότι η παγκόσµια ιστορία διδάσκει ότι όταν η αποτροπή αποτυγχάνει, το κόστος δεν το πληρώνουν µόνο οι κυβερνήσεις, αλλά κυρίως οι Λαοί. Το πληρώνουν κυρίως οι κοινωνίες. Κι όταν ετοιµάζουν την νέα δυτικού τύπου ηλεκτρονική διακυβέρνηση τύπου Ωκεανίας Όργουελ, τα νέα καιρικά φαινόµενα, το Χάρπ, τα νανοσωµατίδια, η χηµική µόλυνση του νερού, εξυπηρετεί πολιτικές που αφορά το σύνολο των ανθρώπων στον πλανήτη, όχι µόνο το λαό αλλά κι όσους επιδιώκουν να άρχουν στο λαό.







































































































