Γράφει ο Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος
∆ηµοσιογράφος – ∆ηµοσιολόγος
Παρατίθενται στη συνέχεια σοβαρά ζητήµατα που αντιµετωπίζει η Εκκλησία και τα οποία θα έπρεπε να απασχολήσουν την Ιεραρχία.
Σηµειώνεται ότι δεν είναι µε σειρά αξιολογήσεως:
– Οι υπεύθυνοι του Φύλλου της Εφηµερίδος της Κυβερνήσεως καταργούν την γραφή της λογίας γλώσσας της Εκκλησίας και επιβάλλουν στα κείµενα των Κανονισµών των Ιερών Μητροπόλεων, που προορίζονται για δηµοσίευση στο ΦΕΚ, τη δηµοτική γλώσσα και το µονοτονικό σύστηµα γραφής. Σηµειώνεται ότι η ελληνική γλώσσα προστατεύεται συνταγµατικά και µέρος αυτής είναι και η εκκλησιαστική λογία γλώσσα.
– Βάπτιση τεκνοθετηµένων παιδιών οµοφυλόφιλων. Ο Αρχιεπίσκοπος έχει ταχθεί υπέρ της βάπτισης όταν το παιδί ενηλικιωθεί. Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας είχε αντίθετη άποψη και το θέµα ήταν να συζητηθεί στην Ιεραρχία. Έως τώρα δεν έχει συζητηθεί. Το ζήτηµα ετέθη και στο Οικουµενικό Πατριαρχείο, λόγω της εκ µέρους του Αρχιεπισκόπου Αµερικής Ελπιδοφόρου βαπτίσεως στην Βουλιαγµένη διδύµων τεκνοθετηµένων παιδιών οµοφυλοφίλων. Το Πατριαρχείο επίσης δεν έχει απαντήσει.
– ∆ιευκρίνιση για το αν διαβάζεται η νεκρώσιµη ακολουθία σε όσους επιλέγουν την καύση. Αποφάσεις Ιεραρχίας και ∆ΙΣ το 2002 και το 2010 κατηγορηµατικά απαγορεύουν την τέλεση νεκρώσιµης ακολουθίας και τρισαγίου σε όσους επιλέγουν το κρεµατόριο. Όµως η Συνοδική εγκύκλιος, υπ’ αριθµ. 2959, της 29ης Οκτωβρίου 2014, που έχει σταλεί στις Μητροπόλεις, ενώ και αυτή ακολουθεί τις προηγούµενες αποφάσεις, µε µια προσθήκη που έθεσε, ότι «παρά ταύτα επαφίεται στην ποιµαντική σύνεση και την διακριτική ευχέρεια του οικείου Μητροπολίτου η τέλεση τρισαγίου» έχει προκαλέσει σύγχυση, αφού έχει ανοίξει παράθυρο για τέλεση νεκρωσίµου ακολουθίας και τρισαγίου στους επιλέγοντας την καύση.
Ενδεικτικά αναφέρεται η ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ της 19ης Ιουνίου 2024: «Η εξόδιος ακολουθία του … θα ψαλεί την Πέµπτη…στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Μελισσίων και ο τελευταίος αποχαιρετισµός θα πραγµατοποιηθεί την ίδια ηµέρα στις 6.30 µ.µ. στο Αποτεφρωτήριο της Ριτσώνας…».
– Γάµοι και βαπτίσεις την ίδια ηµέρα. Οι λεγόµενες «γαµοβαπτίσεις» δεν είναι λίγες. Γι’ αυτό και κυκλοφορούν σχετικές κάρτες ευχών… Λέγεται ότι τελούνται για λόγους οικονοµικούς, αλλά συνήθως η κοινή δεξίωση για τα δύο Μυστήρια γίνεται σε πολυτελές κέντρο µε µεγάλη δαπάνη… Άλλα ζευγάρια έχουν τελέσει πολιτικό γάµο στο ∆ηµαρχείο, προέκυψε και τέκνο από τον εν λόγω γάµο και κάποια ηµέρα αποφασίζουν να τελέσουν και θρησκευτικό γάµο. Στην περίπτωση, η Ιεραρχία πρέπει να αποφασίσει να προσαρµοσθούν οι παραδοσιακές ευχές, που αναφέρονται στον αρραβώνα και στο Μυστήριο του γάµου. Γενικότερα πρέπει να συζητηθεί στην Ιεραρχία το θέµα των σχέσεων των δύο φύλων στις ηµέρες µας και το πρόβληµα της µειώσεως των γάµων µε την ευλογία της Εκκλησίας. Να γίνει και µια αυτοκριτική για την κατάσταση.
– Γάµοι στα κτήµατα. Η κανονική τέλεση του γάµου είναι στην ενορία της νύφης, ή, κατ’ οικονοµία, του γαµβρού. Αυτή είναι η απόφαση της Συνόδου, µε τη σύµφωνη γνώµη του Μητροπολίτου Μεσογαίας, στου οποίου τη Μητρόπολη τελούνται οι περισσότεροι γάµοι στα λεγόµενα παρεκκλήσια των κτηµάτων και είναι απολύτως κοσµικοί. Χωρίς δηλαδή εκ µέρους των προσκεκληµένων έκφραση ευλαβείας προς το τελούµενο Μυστήριο.
– Ο ρόλος των Επισκόπων στην Εκκλησία της Ελλάδος. Τα τελευταία χρόνια εξελέγησαν πολυάριθµοι Επίσκοποι, χωρίς να έχουν προσδιορισθεί τα καθήκοντά τους. Έτσι οι πολλοί αισθάνονται παρείσακτοι και αργόµισθοι.Νεοεκλεγείς Μητροπολίτης αποµάκρυνε από τη θέση του πρωτοσυγκέλλου τον βοηθό Επίσκοπο που βρήκε, του πήρε και το γραφείο που ήταν εγκαταστηµένος και τον κατέστησε «αποδιοποµπαίο τράγο»…. Οι πολυάριθµοι Επίσκοποι της Αρχιεπισκοπής και άλλων Μητροπόλεων είναι χωρίς ανάθεση συγκεκριµένων καθηκόντων. Σε µεγάλες πληθυσµιακά Μητροπόλεις θα µπορούσε η Ιεραρχία να καθιερώσει τον θεσµό του Χωρεπισκόπου, όπως εφαρµόζεται στην Εκκλησία της Κύπρου.
– Αναφορά στα οικονοµικά της Εκκλησίας. Επί Αρχιεπισκόπων Σεραφείµ, κατά τα τελευταία του χρόνια, και Χριστοδούλου γινόταν αναφορά στα οικονοµικά της Εκκλησίας, προς ενηµέρωση των Μητροπολιτών. Είχε τεθεί και θέµα καθιερώσεως του «πόθεν έσχες» για τους Μητροπολίτες και τους πρώτου βαθµού συγγενείς τους. Η διαφάνεια στη διαχείριση των οικονοµικών εξασφαλίζει την εµπιστοσύνη και τον σεβασµό του πιστού λαού.
– Σχέσεις µε το Οικουµενικό Πατριαρχείο και τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διέρχεται µίαν δύσκολη περίοδο, µετά το σχίσµα που τείνει να καταστεί βαθύ και µόνιµο. Χωρίς απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος το Οικουµενικό Πατριαρχείο απέκτησε ναό στο κέντρο των Αθηνών, που ήταν πάγιο αίτηµά του και το οποίο αίτηµα είχαν απορρίψει όλοι οι Αρχιεπίσκοποι έως τον σηµερινό. Οι σχέσεις µεταξύ των δύο Εκκλησιών λέγεται ότι έχουν οµαλοποιηθεί. Πάντως είναι άγνωστη η τύχη του φακέλου για τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών τον οποίο σε προηγούµενη Ιεραρχία είχε µιλήσει ο Αρχιεπίσκοπος ότι διατηρεί σε ειδικό ερµάριο. Λόγω της ταυτίσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος µε το Οικουµενικό Πατριαρχείο στο θέµα της Ουκρανίας δεν έχει εκκλησιαστική κοινωνία µε το Πατριαρχείο της Μόσχας και είναι τυπικές οι σχέσεις Της µε τις Εκκλησίες Αντιοχείας, Σερβίας, Ρουµανίας Βουλγαρίας, Γεωργίας, Πολωνίας, Τσεχίας – Σλοβακίας και Αλβανίας. Μετέωρη είναι και η σχέση Της µε την Εκκλησία των Σκοπίων, η οποία επιµένει να ονοµάζεται «Μακεδονική». Πρέπει να ληφθεί απόφαση αν οι Μητροπολίτες της Ελλαδικής Εκκλησίας µπορούν να συλλειτουργούν µε αυτούς του γειτονικού κράτους.
– Σχέσεις µε τη Ρωµαιοκαθολική Εκκλησία. Πρέπει να ανανεωθούν οι αποφάσεις για το έως πού φθάνουν οι φιλοφρονήσεις και πού αρχίζουν να ισχύουν οι Ιεροί Κανόνες, ώστε να µην σκανδαλίζονται οι πιστοί.
– Σχέσεις µε το Παγκόσµιο Συµβούλιο των Εκκλησιών. Το εν λόγω συµβούλιο ελέγχεται από τους Λουθηρανούς Προτεστάντες και εφαρµόζει την πολιτική της Γερµανικής Κυβερνήσεως, η οποία είναι ο κύριος χρηµατοδότης του.
Είναι προς συζήτηση αν η Εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να ακολουθεί ως ουραγός την εκκοσµικευµένη αυτή πολιτική. Ιδιαίτερα στην τραγωδία των Ορθοδόξων χριστιανών της Ουκρανίας θα έπρεπε να είναι αντικειµενική και όχι να σύρεται στους σκοπούς της γεωπολιτικής της Γερµανίας και γενικότερα της Ευρ. Ένωσης.
– Επικοινωνιακές εκκλησιαστικές εκδηλώσεις. Η Ιεραρχία οφείλει να εξετάσει τις επικοινωνιακές µορφές προωθήσεως του Ευαγγελικού µηνύµατος.
Πιο συγκεκριµένα να αποφανθεί για το τί µένει στους νέους και γενικά στο κοινό από παραστάσεις Καραγκιόζη, από µουσικές εκδηλώσεις και µάλιστα εντός των Ναών και από παιχνίδια, αν όλα αυτά δεν συνοδεύονται από κατάλληλη παιδαγωγία εις Χριστό.
– Ο νόµος περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Ο Νόµος περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων 5383/1932 ισχύει εδώ και 94 χρόνια. Είναι από τους παλαιότερους ισχύοντες Νόµους. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος θέλησε να τον αλλάξει, να γίνει πιο δίκαιος για τον κατώτερο κλήρο και πιο σύγχρονος στη διαδικασία. Οµάδα Μητροπολιτών τότε, στην οποία συµµετείχε και ο σηµερινός Αρχιεπίσκοπος, απείλησε ότι θα προκαλέσει σχίσµα και θα προσκολληθεί στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο επίσης αντέδρασε κατά του σχετικού Νοµοσχεδίου. Αυτό τότε απεσύρθη και έκτοτε το θέµα ετάφη. Έτσι συνεχίζεται η άδικη κατάσταση ο κάθε Μητροπολίτης να είναι για τον υπό την δικαιοδοσία του ιερέα ο καταγγέλλων, ο κατήγορος, ο εισαγγελέας και ο κρίνων δικαστικός!
– Αγιοκατατάξεις. Είναι ένα λεπτό θέµα. Τελευταίως υπάρχει µια πληθώρα αγιοκατατάξεων, χωρίς να έχει περάσει ικανός χρόνος από της κοιµήσεως ορισµένων. Το λυπηρό είναι ότι κάποιοι Μητροπολίτες λόγω γνωριµιών ή/και πιέσεων προς τα µέλη της σχετικής Συνοδικής Επιτροπής πέτυχαν να αγιοκαταταγούν πρόσωπα τα οποία ήσαν από τη Μητρόπολή τους ή στα οποία ήσαν κοντά και εκτιµούσαν. Η Ιεραρχία πρέπει να επιβάλλει ένα χρόνο µετά τον οποίο να κρίνεται η αγιότητα ενός ανθρώπου.
– Μεταφορά εικόνων, αντιγράφων εικόνων και ιερών λειψάνων. Τελευταίως έχουν πληθυνθεί οι µεταφορές εικόνων και ιερών λειψάνων σε διάφορες ενορίες της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και των άλλων Μητροπόλεων.
Το χειρότερο βεβαίως είναι οι µεταφορές «αντιγράφων εικόνων». Όσον αφορά στις πληθυνόµενες µεταφορές ιερών λειψάνων αυτές αποτελούν εύκολη και αποτελεσµατική µέθοδο προσέλευσης πιστών, αλλά, στην ουσία, συµπληρώνει τις ατέλειες στην ποιµαντική που ασκεί ο κλήρος.
– Συνάθροιση Μητροπολιτών µε διάφορες αιτίες. Κυρίως σε ονοµαστήρια ορισµένων Μητροπολιτών συγκεντρώνονται έως και είκοσι Μητροπολίτες και παρατηρείται το φαινόµενο στη Μικρή Είσοδο, όπου παρακάθηνται όλοι στον Σολέα, να είναι αυτοί περισσότεροι από το εκκλησίασµα… Επί Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου η Σύνοδος είχε λάβει απόφαση οι Αρχιερείς που συµµετέχουν στον Εσπερινό και συλλειτουργούν στη Θεία Λειτουργία να µη ξεπερνούν τους πέντε. Η απόφαση αυτή καταστρατηγείται.
– Λειτουργικά ζητήµατα. Επί Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου η Σύνοδος είχε λάβει απόφαση να διαβάζεται το Αποστολικό ανάγνωσµα και µεταξύ αυτού και του Ευαγγελικού αναγνώσµατος να ψάλλεται το «Αλληλούια» και τότε να θυµιά ο ιερέας το λαό για να µην προκαλείται αταξία στους εκκλησιαζόµενους. Η απόφαση αυτή δεν εφαρµόζεται. Ο ιερέας εξακολουθεί να θυµιά την ώρα του Αποστολικού αναγνώσµατος και ο ήχος του θυµιατού σκεπάζει τον λόγο του Αποστόλου. Επίσης έχει αρχίσει η µόδα, που καταργεί το ιερατικό βιβλίο των Αποστολικών αναγνωσµάτων και το αντικαθιστά µε την Google του τηλεφώνου…. Όπως επίσης γενικεύεται η χρήση της «γουρούνας» ή του ηλεκτρονικού ισοκρατήµατος από τους ψάλτες, παρά την απαγόρευση της Συνόδου… Η Ιεραρχία θα έπρεπε να βάλει ένα φρένο σε αυτό το ξεχείλωµα της Ιεράς Παράδοσης.
– Σχέσεις Αρχιεπισκόπου – Μητσοτάκη. Ο Αρχιεπίσκοπος µετά τον Αλ. Τσίπρα, όταν ήταν πρωθυπουργός, συνεχίζει τις κατά µόνας και χωρίς την παρουσία µελών της Ιεραρχίας συναντήσεις του µε τον σηµερινό πρωθυπουργό. Κατά τα δηµοσιευµένα ρεπορτάζ περί των συναντήσεων Μητσοτάκη – Αρχιεπισκόπου σε αυτές, µεταξύ άλλων, συζητείται «η αξιοποίηση της ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας». Ζήτηµα δηλαδή που στις ιδιαίτερες συναντήσεις τους συζητούσε συστηµατικά ο Αρχιεπίσκοπος και µε τον Αλ. Τσίπρα. Τα αποτελέσµατα των τριετών συναντήσεων τους δηµοσιοποίησαν στις 6 Νοεµβρίου 2018, µε κοινή συνέντευξή τους στα ΜΜΕ, και προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της Ιεραρχίας και την ακύρωση της συµφωνίας τους.
Υπενθυµίζεται το φιάσκο που ήταν η επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη συµφωνία ΕΚΥΟ – ΤΑΙΠΕ∆ για επένδυση εκατοντάδων εκατοµµυρίων στον Σχιστό – Σκαραµαγκά, που το 2023 ακυρώθηκε. Η Ιεραρχία οφείλει να βάλει αρχές που να αφορούν την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, µε βάση τους Ιερούς Κανόνες, την ∆ιαφάνεια, καθώς και το κύρος και το αδιάφθορο όσων την διαχειρίζονται.







































































































