Στη νεανική κοινότητα το τατουάζ άρχισε να διαδίδεται με εκθετική τάση τα τελευταία 20 χρόνια. Σε κανένα σχολείο δε συναντούσες παλαιότερα μαθητή ή μαθήτρια να διακοσμεί το σώμα του/της με αυτόν τον τρόπο. Η συνήθεια αυτή αφορούσε μόνο φυλακισμένους βαρυποινίτες ή κατώτερους ναυτικούς.
Γράφει ο Γεώργιος Γενετζάκης, φιλόλογος στο Χαλάνδρι
Αντίθετα, σήμερα η δερματοστιξία συνιστά κοινό τόπο για το μαθητικό δυναμικό των Λυκείων αλλά και των αμέσως επόμενων ηλικιών. Μάλιστα, ενώ στην αρχή εμφανιζόταν δειλά-δειλά με κάποια μικρά σχήματα σε διάφορα μέρη του σώματος, πλέον τείνει να επικαλύπτει μεγαλύτερες επιφάνειες του δέρματος, δημιουργώντας μία «αισθητική» που μάλλον προκαλεί αρνητικό προβληματισμό, ενίοτε κατάπληξη και ίσως κάποτε και αποστροφή.
Ιστορικά είναι γνωστό ότι διάφοροι λαοί υιοθέτησαν αυτή τη μέθοδο, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους: είτε ως υποτιμητικό στιγματισμό στους δούλους (τατουάζ στο πρόσωπο) είτε ως δείγμα ευγενούς καταγωγής είτε ως σύμβολο ενότητας ομάδας, φυλής, συμμορίας είτε ως στοιχείο αναγνωρισιμότητας, δύναμης, θρησκευτικής πίστης, θεραπείας και σε κάποιους ως μέσο επίδειξης. Στις ημέρες μας πλέον η «διακόσμηση» αυτή του σώματος απαντάται και σε πολύ μεγαλύτερες ηλικίες τόσο συχνά, ώστε να αποτελεί σύνηθες φαινόμενο σε ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα του πληθυσμού.
Όσο και αν επικαλείται κάποιος που έχει κάνει στο σώμα του τατουάζ διάφορα επιχειρήματα, για να εκλογικεύσει την πράξη του, φαίνεται ότι η δερματοστιξία αποτελεί προϊόν μόδας και αβασάνιστης μίμησης. Ηθοποιοί, τραγουδιστές, τηλεπερσόνες, μάγειροι, αθλητές συνηθίζουν να διακοσμούν το σώμα τους με αυτόν τον τρόπο και έτσι γίνονται πρότυπα συμπεριφοράς και αναπόφευκτα μίμησης, μέσω των Μ.Μ.Ε και των Μ.Κ.Δ., που προβάλλουν τον συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης ως «κανονικότητα».
Οι νέοι μας, επηρεαζόμενοι από μία πλημμυρίδα σχετικών προτύπων δερματοστιξίας, τα υιοθετούν άκριτα. Λησμονούν όμως ότι το πρόσωπο που διαθέτει ένα εξαιρετικό ταλέντο σε κάποιο τομέα της ζωής δεν είναι απαραίτητο να έχει και ορθή σκέψη ή σώφρονα ατομική συμπεριφορά. Ένας π.χ. προβεβλημένος τραγουδιστής δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι έχει και ορθολογική στάση ζωής και καταξιωμένη αισθητική άποψη.
Γίνεται όμως πρότυπο μίμησης!
Για τον γράφοντα το σπουδαιότερο είναι το τι ακριβώς εκφράζει η συγκεκριμένη μόδα. Το τατουάζ αποτυπώνει σε κάποιο βαθμό τον τρόπο σκέψης, τις αξίες, τις ψυχολογικές ανάγκες και την αισθητική ποιότητα του ατόμου. Επομένως, λειτουργεί ως στοιχείο αποκαλυπτικό της προσωπικότητάς του στο ευρύ κοινό, αισθητοποιώντας συγχρόνως εξωστρέφεια και έναν μη λεκτικό διάλογο προς τους άλλους. Αποδεικνύει ότι το απασχολεί να μην περνάει απαρατήρητο, επειδή ο εαυτός του καταξιώνεται από τα «likes»-επιδοκιμασίες των άλλων, ξεχνώντας όμως ότι η ποιότητα δεν προσδιορίζεται αναπόδραστα από την ποσότητα.
Έτσι, ουσιαστικά αιχμαλωτίζεται σε ένα παιχνίδι αναγνωρισιμότητας, που αποδυναμώνει την κρίση του, τις αξίες του, την ώριμη προσέγγιση των σχέσεών του και κυρίως τη γνώση του εαυτού του. Δηλαδή, κατακτήσεις που προϋποθέτουν συστηματικό εσωτερικό αγώνα. Οι αξιακές σχέσεις δεν είναι εικόνα, αλλά άθλημα: όχι τι δείχνω, αλλά πώς σκέπτομαι και πώς συμπεριφέρομαι.
Αναμφισβήτητα, κάθε γενιά πάντοτε εκδηλώνει ενστάσεις με την προσωπική της αντίδραση απέναντι στο εκάστοτε κατεστημένο, η οποία διαχρονικά εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους στην εξωτερική εμφάνιση και συμπεριφορά της. Με μία όμως διαφορά: οι όποιες εκκεντρικότητες των νέων συνήθως μπορούσαν, προϊόντος του χρόνου, με μεγάλη ευκολία να αμβλυνθούν.
Η ιδιαιτερότητα όμως της δερματοστιξίας συνίσταται, τόσο στη δυσκολία αφαίρεσής της, κυρίως για εκείνα τα άτομα που έχουν «διακοσμήσει» σε μεγάλη έκταση το σώμα τους, διότι αφήνει ανεξίτηλα σημάδια στο δέρμα -σύμφωνα με τα τρέχοντα επιστημονικά δεδομένα-, όσο και στην αλλοίωση της εικόνας της, λόγω της αναπόφευκτα επερχόμενης γήρανσης του δέρματος, ενώ συγχρόνως εγείρονται και θέματα ιατρικής φύσης.
Η τεράστια πλέον διασπορά της εν λόγω «αισθητικής», αποτέλεσμα και αυτή της παντοδύναμης ψηφιακής εποχής, προφανώς προκαλεί προβληματισμό. Αναμφισβήτητα, οι νέοι γονείς με έμπρακτη αντίσταση στη συγκεκριμένη μαζοποίηση, ένα ευέλικτο και ευαισθητοποιημένο εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και οι κοινωνικές διαφημίσεις μπορούν να προσφέρουν αντικίνητρα προς αυτή τη «νοοτροπία».





































































































