Γράφει ο
Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος
Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία
Καταναλωτών Ελλάδος
Η έννοια του Κράτους Δικαίου αποτελεί τον πυρήνα κάθε σύγχρονης δηµοκρατίας. ∆εν είναι απλώς ένα νοµικό δόγµα ούτε µια αφηρηµένη συνταγµατική αρχή. Είναι ένα θεµελιώδες δηµόσιο αγαθό, από το οποίο εξαρτάται η κοινωνική συνοχή, η οικονοµική σταθερότητα, η εµπιστοσύνη των πολιτών και τελικά η ίδια η νοµιµοποίηση της πολιτικής εξουσίας.
Στη θεωρία των δηµόσιων αγαθών, δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά τους: Η αρχή της αδιαιρετότητας και η αρχή του µη αποκλεισµού. Και ακριβώς πάνω σε αυτές τις δύο αρχές οικοδοµείται το Κράτος ∆ικαίου.
Όµως στη σηµερινή εποχή, όπου κυριαρχεί το µοντέλο του λεγόµενου «επιτελικού κράτους», το ερώτηµα που τίθεται είναι κρίσιµο: µπορεί ένα κράτος υψηλής συγκέντρωσης εξουσιών να διασφαλίσει αποτελεσµατικά το Κράτος ∆ικαίου ή µήπως δηµιουργεί κινδύνους θεσµικής ανισορροπίας;
Το Κράτος Δικαίου ως αδιαίρετο δηµόσιο αγαθό
Η αρχή της αδιαιρετότητας σηµαίνει ότι το δηµόσιο αγαθό δεν µπορεί να εφαρµόζεται επιλεκτικά. Το Κράτος ∆ικαίου είτε λειτουργεί για όλους είτε σταδιακά αποδυναµώνεται για το σύνολο της κοινωνίας.
∆εν µπορεί να υπάρχει διαφορετική αντιµετώπιση ανάµεσα στον ισχυρό και τον αδύναµο, ανάµεσα στον πολιτικά προστατευµένο και τον απλό πολίτη. Η ισονοµία δεν τεµαχίζεται. Όταν οι θεσµοί λειτουργούν µε δύο µέτρα και δύο σταθµά, η ζηµιά δεν περιορίζεται στη συγκεκριµένη υπόθεση· διαχέεται σε ολόκληρο το πολιτικό σύστηµα και διαβρώνει την εµπιστοσύνη των πολιτών.
Σε αυτό ακριβώς το σηµείο συναντάται το Κράτος ∆ικαίου µε το επιτελικό κράτος.
Το επιτελικό κράτος σχεδιάστηκε θεωρητικά για να ενισχύσει τον συντονισµό, την ταχύτητα λήψης αποφάσεων και την αποτελεσµατικότητα της δηµόσιας διοίκησης. Σε συνθήκες κρίσεων, οικονοµικών, υγειονοµικών ή γεωπολιτικών η ανάγκη για ένα κεντρικά οργανωµένο κράτος µοιάζει εύλογη.
Ωστόσο, όταν η συγκέντρωση εξουσιών δεν συνοδεύεται από ισχυρούς θεσµούς λογοδοσίας και ελέγχου, τότε εµφανίζεται ένας σοβαρός κίνδυνος: η αποτελεσµατικότητα να υπερισχύσει της θεσµικής ισορροπίας.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει να δοκιµάζεται η αδιαιρετότητα του Κράτους ∆ικαίου.
Έτσι, ενα υπερσυγκεντρωτικό µοντέλο διακυβέρνησης µπορεί εύκολα να µετατρέψει τη δηµόσια διοίκηση από ουδέτερο θεσµό σε µηχανισµό πολιτικού ελέγχου. Όταν κρίσιµες λειτουργίες συγκεντρώνονται γύρω από έναν στενό πυρήνα εξουσίας, η ανεξαρτησία των ελεγκτικών µηχανισµών αποδυναµώνεται και η διαφάνεια περιορίζεται.
Το πρόβληµα δεν είναι η ύπαρξη συντονισµού. Κάθε σύγχρονο κράτος χρειάζεται αποτελεσµατική διοίκηση. Το πρόβληµα εµφανίζεται όταν η πολιτική αποτελεσµατικότητα χρησιµοποιείται ως επιχείρηµα για τη χαλάρωση των θεσµικών αντιβάρων.
∆ιότι τότε το Κράτος ∆ικαίου κινδυνεύει να λειτουργήσει επιλεκτικά:
– οι ανεξάρτητες αρχές πιέζονται,
– η κοινοβουλευτική λογοδοσία αποδυναµώνεται,
– η δηµόσια πληροφορία ελέγχεται περισσότερο,
– η διοίκηση προσωποποιείται γύρω από το κέντρο εξουσίας.
Σε τέτοιες συνθήκες, η αίσθηση ισότητας απέναντι στον νόµο υποχωρεί και οι πολίτες αρχίζουν να θεωρούν ότι η πρόσβαση στη δικαιοσύνη ή στη διοίκηση εξαρτάται από πολιτικές ή οικονοµικές διασυνδέσεις.
Η αρχή του µη αποκλεισµού και η δηµοκρατική ισότητα
Το δεύτερο χαρακτηριστικό των δηµόσιων αγαθών είναι η αρχή του µη αποκλεισµού. Κανείς δεν πρέπει να αποκλείεται από την προστασία που παρέχει το Κράτος ∆ικαίου.
Στην πράξη, αυτό σηµαίνει ότι κάθε πολίτης πρέπει να έχει ίση πρόσβαση:
– στη δικαιοσύνη,
– στη διοικητική προστασία,
– στη διαφάνεια,
– στα συνταγµατικά δικαιώµατα,
– στην πληροφόρηση.
Το επιτελικό κράτος, όταν λειτουργεί χωρίς επαρκείς θεσµικές δικλείδες, µπορεί να δηµιουργήσει έµµεσους αποκλεισµούς. Ο πολίτης αισθάνεται ότι αποµακρύνεται από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, ότι οι αποφάσεις λαµβάνονται σε κλειστούς µηχανισµούς και ότι η λογοδοσία γίνεται δυσκολότερη.
Η υπερσυγκέντρωση ισχύος δηµιουργεί συχνά και υπερσυγκέντρωση πληροφορίας. Και όταν η πληροφορία δεν κυκλοφορεί ελεύθερα, η δηµοκρατία γίνεται λιγότερο συµµετοχική και περισσότερο διοικητικά κατευθυνόµενη.
Συχνά προβάλλεται το επιχείρηµα ότι ένα επιτελικό κράτος µπορεί να «παράγει αποτέλεσµα» ταχύτερα. Όµως η δηµοκρατία δεν αξιολογείται µόνο µε όρους ταχύτητας ή διαχειριστικής αποδοτικότητας.
Η πραγµατική πρόοδος προϋποθέτει:
– ισχυρούς ανεξάρτητους θεσµούς,
– διαφάνεια,
– λογοδοσία,
– ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο,
– ανεξαρτησία της δικαιοσύνης,
– ελεύθερη ενηµέρωση.
∆ιαφορετικά, το κράτος µπορεί να γίνεται πιο γρήγορο, αλλά όχι πιο δηµοκρατικό.
Η ιστορία έχει δείξει ότι κάθε φορά που η αποτελεσµατικότητα παρουσιάστηκε ως υπέρτερη αξία από τη θεσµική ισορροπία, οι δηµοκρατίες οδηγήθηκαν σταδιακά σε κρίση εµπιστοσύνης.
Το δίληµµα, συνεπώς, δεν είναι «επιτελικό κράτος ή Κράτος ∆ικαίου». Το πραγµατικό ζητούµενο είναι ένα κράτος που να συνδυάζει αποτελεσµατικότητα µε ισχυρές δηµοκρατικές εγγυήσεις.
Ένα σύγχρονο κράτος χρειάζεται συντονισµό και ταχύτητα. Αλλά χρειάζεται ταυτόχρονα:
– ανεξάρτητη δικαιοσύνη,
– πραγµατικό κοινοβουλευτικό έλεγχο,
– ισχυρές ανεξάρτητες αρχές,
– διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων,
– διοικητική ουδετερότητα.
Γιατί χωρίς αυτά, το επιτελικό κράτος κινδυνεύει να µετατραπεί από εργαλείο διοικητικής αποτελεσµατικότητας σε µηχανισµό συγκέντρωσης ισχύος.
Τρόπο τινά, το Κράτος ∆ικαίου ως δηµόσιο αγαθό είναι αδιαίρετο και καθολικό και σε καµµιά περίπτωση δεν δύναται να λειτουργεί επιλεκτικά ούτε να υπόκειται στις ανάγκες της πολιτικής συγκυρίας. Η ύπαρξή του αποτελεί προϋπόθεση της δηµοκρατίας και όχι διακοσµητικό συµπλήρωµα της εξουσίας.
Το επιτελικό κράτος µπορεί να αποτελέσει εργαλείο εκσυγχρονισµού µόνο όταν λειτουργεί µέσα σε αυστηρά θεσµικά όρια και υπό διαρκή δηµοκρατικό έλεγχο. ∆ιαφορετικά, η αποτελεσµατικότητα κινδυνεύει να µετατραπεί σε άλλοθι συγκεντρωτισµού.







































































































