Γράφει o Γιώργος Κρικρής
Μέλος Πολιτικού Συμβουλίου ΕΛ.Α.Σ.
Δημοτικός σύμβουλος Νέας Σμύρνης
Ένα από τα βασικά αφηγήματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, και πρωταρχικά του ίδιου του πρωθυπουργού και του στενού περιβάλλοντός του στο Μέγαρο Μαξίμου, είναι η λεγόμενη τουριστική ανάπτυξη.
Η εμπειρία όμως των περισσότερων Ελλήνων, πρωταρχικά των νέων ανθρώπων, είναι τελείως διαφορετική. Και διαψεύδει την προπαγάνδα της κυβέρνησης. Γιατί πέρα από τους αριθμούς, υπάρχει και μια πραγματικότητα η οποία κρύβεται στην επικοινωνιακή προσέγγιση της «μεγάλης εικόνας» του Καλοκαιριού στην Ελλάδα.
Η κυβέρνηση επέλεξε συνειδητά να «μυκονοποιήσει» καθολικά το τουριστικό προϊόν στην Ελλάδα. Με ότι συνεπάγεται αυτό για τον μέσο Έλληνα, που ενώ περηφανεύεται ότι ζει στην «πιο όμορφη χώρα», είναι μάλλον αδύνατον να κάνει διακοπές στην ίδια του τη χώρα.
Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, κάθε τουριστικό προϊόν μετατρέπεται και πωλείται ως δήθεν εμπειρία πολυτέλειας. Φαραωνικές κατασκευές πάνω στο κύμα (ενίοτε και μέσα στη θάλασσα), μπράβοι που ρυθμίζουν ποιος μπαίνει και πού κάθεται στις παραλίες, δήθεν fine dining, σαμπανιέρες στην άμμο, ατελείωτα πάρτι με ποτά και απίστευτη ηχορύπανση, συνθέτουν μια εικόνα χυδαιότητας και εκμετάλλευσης. Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν νοικιαστεί από αφανείς επιχειρηματίες και οι τιμές έχουν εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ύψη. Τα ξενοδοχεία είναι απλησίαστα, χρεώνοντας ακόμα και τη θέση στάθμευσης στον πελάτη. Ο Έλληνας είναι αποκλεισμένος και παραμένει θεατής του πάρτι που εξελίσσεται, με πρωταγωνιστές άλλους.
Παράλληλα, η τουριστική δόμηση έχει χτυπήσει κόκκινο στην αυθαιρεσία. Χτίζονται τα πάντα, χωρίς κανένα φραγμό. Κάθε μέρος φυσικού κάλλους αλλοιώνεται οριστικά και χωρίς επιστροφή. Θυμίζει η κατάσταση το σχέδιο της μαύρης επταετίας του 1967-1973 με τα περιβόητα ΞΕΝΙΑ, που έχουν μείνει ερείπια σε μερικά από τα πιο όμορφα μέρη της πατρίδας μας.
Αλλά η πιο σκοτεινή όψη της «μυκονοποίησης» του ελληνικού τουρισμού είναι η θέση των νέων μέσα σε αυτή τη δυστοπία. Η θέση που τους έχει επιφυλάξει η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι να γίνει το γκαρσόνι άλλων, όπως είχε προειδοποιήσει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Και μάλιστα με τους χειρότερους δυνατούς όρους. Παιδιά με πτυχία και με μεταπτυχιακά αναγκάζονται να δουλεύουν υπό άθλιες συνθήκες και με πενιχρές αμοιβές, σε ένα υπερωριακό καθεστώς, ενώ γύρω τους ρέουν τα ευρώ. Διαμένουν σε ημιυπόγεια σπίτια ή ακόμα και σε προκάτ χωρίς κλιματισμό. Εργάζονται πολλές φορές διπλές βάρδιες, ενώ τα εργασιακά τους δικαιώματα είναι όνειρο θερινής νυκτός. Το χειρότερο: εξευτελίζεται συχνότατα η αξιοπρέπειά τους. Έχουμε δει εικόνες που σε «αριστοκρατικά» μαγαζιά υποχρεούνται να σερβίρουν μέσα στη θάλασσα, μπαίνοντας όλη τη μέρα στο νερό.
Κι όλες αυτές οι θυσίες κι οι ταπεινώσεις για να μπορέσουν να πληρώσουν τα υπέρογκα ενοίκια στις πόλεις που μένουν. Για να στηριχθεί το κυβερνητικό αφήγημα για τα πλεονάσματα, δεν διστάζουν να φορολογούν ακόμα και τα φιλοδωρήματα, παρότι η δημόσια κατακραυγή υποχρέωσε τον πρωθυπουργό να εξαγγείλει μια μικρή φοροαπαλλαγή.
Ο Μανώλης Αναγνωστάκης είχε αναρωτηθεί σε σκοτεινές εποχές: «Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;». Η απάντηση είναι η ΕΛΑΣ ως φορέας πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής.
Η ΕΛΑΣ κι ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να αλλάξει αυτή την άθλια κατάσταση. Δεσμευόμαστε να βάλουμε τάξη στο χάος με συγκεκριμένες εφαρμόσιμες πρωτοβουλίες. Να ξανακάνουμε τον τουρισμό κοινωνικό αγαθό, να αποκαταστήσουμε τους ντόπιους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, να δημιουργήσουμε για τους νέους εργασιακό περιβάλλον με προοπτική και όρους αξιοπρέπειας. Γιατί η κοινωνία, οι νέοι, έχουν δικαίωμα στην κοινωνική δικαιοσύνη, την αξιοπρέπεια και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.







































































































