Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος, Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος
Τον τελευταίο καιρό η ελληνική κυβέρνηση απευθύνει συνεχώς προσκλήσεις προς τους Έλληνες επιστήµονες που µετανάστευσαν στο εξωτερικό, καλώντας τους να επιστρέψουν στην πατρίδα για να συµβάλουν στην ανασυγκρότηση του κράτους και της οικονοµίας. Η ρητορική αυτή συνοδεύεται από µεγαλόστοµες διακηρύξεις περί «brain gain», αξιοκρατίας και νέας εποχής για τη ∆ηµόσια ∆ιοίκηση.
Όµως πίσω από τα επικοινωνιακά συνθήµατα γεννάται ένα κρίσιµο ερώτηµα:
Είναι πράγµατι έτοιµο το ελληνικό ∆ηµόσιο να δώσει ουσιαστικό, ηγετικό και δηµιουργικό ρόλο στους επιστήµονες που θα επιστρέψουν;
∆ιότι η πραγµατικότητα που βιώνουν χιλιάδες δηµόσιοι λειτουργοί απέχει δραµατικά από την εικόνα που παρουσιάζεται. Όσοι υπηρετούµε επί δεκαετίες στον δηµόσιο τοµέα γνωρίζουµε από πρώτο χέρι ότι η επιστηµονική κατάρτιση, η εµπειρία και η επαγγελµατική επάρκεια συχνά δεν αποτελούν τα βασικά κριτήρια εξέλιξης.
Αντιθέτως, πολλές φορές κυριαρχούν άλλες «αρετές»:
η κοµµατική εγγύτητα, οι δηµόσιες σχέσεις, η υποταγή στην ιεραρχία, η σιωπή απέναντι στις παθογένειες και η διαρκής προσαρµογή σε ένα σύστηµα που επιβραβεύει τους πρόθυµους και όχι απαραίτητα τους άξιους.
Ο πραγµατικός επιστήµονας, εκείνος που διαθέτει άποψη, τεκµηριωµένο λόγο, διοικητική ανεξαρτησία και διάθεση να συγκρουστεί µε τη µετριότητα, συχνά αντιµετωπίζεται ως «ενοχλητικός». Η δηµιουργικότητα εκλαµβάνεται ως απειλή. Η πρωτοβουλία θεωρείται επικίνδυνη. Και η αξιοκρατία παραµένει, δυστυχώς, περισσότερο σύνθηµα παρά διοικητική κουλτούρα.
Το ερώτηµα λοιπόν δεν είναι αν οι Έλληνες επιστήµονες του εξωτερικού αγαπούν την πατρίδα τους. Την αγαπούν. Το απέδειξαν διαπρέποντας στα µεγαλύτερα πανεπιστήµια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις του κόσµου.
Το πραγµατικό ερώτηµα είναι άλλο:Θα επιστρέψουν σε ένα κράτος που θα τους επιτρέψει να δηµιουργήσουν ή σε ένα σύστηµα που θα απαιτεί από αυτούς απλή προσαρµογή και σιωπηλή συµµόρφωση;
∆ιότι κανένας σοβαρός επιστήµονας που εργάζεται σε περιβάλλον αξιολόγησης, επαγγελµατισµού και διαφάνειας δεν θα εγκαταλείψει εύκολα µια οργανωµένη πραγµατικότητα για να βρεθεί αντιµέτωπος µε διοικητικές αγκυλώσεις, εσωτερικές εξαρτήσεις και κοµµατικές ισορροπίες.
Η Ελλάδα δεν θα πετύχει πραγµατικό “brain gain” µε προσκλήσεις δηµοσίων σχέσεων. Θα το πετύχει µόνο όταν δηµιουργήσει ένα διοικητικό περιβάλλον όπου: Η αξιοκρατία θα εφαρµόζεται και δεν θα διαφηµίζεται,η επιστηµονική γνώση θα αξιοποιείται και δεν θα παραγκωνίζεται,οι θέσεις ευθύνης θα αποδίδονται στους ικανότερους και όχι στους «ηµετέρους»,η διαφορετική άποψη δεν θα θεωρείται απειλή και τέλος, η αποτελεσµατικότητα θα υπερισχύσει της κοµµατικής νοµιµοφροσύνης.
∆υστυχώς, πολλοί άξιοι δηµόσιοι λειτουργοί µε πολυετή εµπειρία αισθάνονται σήµερα επαγγελµατικά απαξιωµένοι µέσα στις ίδιες τους τις υπηρεσίες. Άνθρωποι µε γνώσεις, προσόντα και διάθεση προσφοράς βλέπουν συχνά να προωθούνται πρόσωπα χωρίς ιδιαίτερη επάρκεια αλλά µε ισχυρές διασυνδέσεις.
Αυτή είναι η πραγµατικότητα που γνωρίζουν καλά όσοι ήδη υπηρετούν στο ∆ηµόσιο. Και αυτήν ακριβώς την πραγµατικότητα αντιλαµβάνονται και οι Έλληνες επιστήµονες του εξωτερικού.
Αν λοιπόν η Πολιτεία επιθυµεί πραγµατικά να επιστρέψουν οι άνθρωποι που έφυγαν, οφείλει πρώτα να απαντήσει µε ειλικρίνεια:Είναι διατεθειµένη να αλλάξει το ίδιο το µοντέλο λειτουργίας της ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης;
Γιατί χωρίς βαθιές θεσµικές αλλαγές, χωρίς πραγµατική αξιολόγηση, χωρίς ανεξαρτησία από κοµµατικούς µηχανισµούς και χωρίς ουσιαστική επιβράβευση της αξίας, η επιστροφή των Ελλήνων επιστηµόνων κινδυνεύει να παραµείνει ένα ακόµη επικοινωνιακό αφήγηµα.
Και τότε, πολλοί από εκείνους που έφυγαν θα συνεχίσουν να πιστεύουν ότι, όσο δύσκολη κι αν είναι η ξενιτιά, παραµένει πιο αξιοπρεπής από ένα σύστηµα που συχνά δεν επιβραβεύει την αριστεία αλλά τη συµµόρφωση.









































































































