Γράφει ο Κώστας Γιαννόπουλος
Αν η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, όπως πίστευε ο Μαρξ, το ποδόσφαιρο είναι, κατά τη γνώμη μου, το αλκοόλ του. Εξ ίσου εθιστικό αλλά δεν αφήνει τον πιστό να περιμένει μέχρι τον θάνατό του για να ζήσει την Κόλαση και τον Παράδεισο.
Το ποδόσφαιρο είναι του «Εδώ και Τώρα» και για τους θριάμβους και για τις απογοητεύσεις. Έτσι ήταν πάντα. Από τη μακρινή εποχή που τα τέρματα δεν είχαν οριζόντια δοκάρια μέχρι και σήμερα που οι ποδοσφαιρικές ιεροτελεστίες μεταδίδονται ζωντανά σε δισεκατομμύρια φιλάθλους.
Είναι μια κολοσσιαία οικονομική επιχείρηση στην οποία διακινούνται τεράστια ποσά από ολιγάρχες που δεν περιμένουν να βγάλουν κέρδη αλλά να αποκτήσουν εμμέσως πολιτική ισχύ. Τα αποτελέσματα των πρώτων αγώνων του φετεινού Παγκοσμίου Κυπέλλου έδειξαν ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερο, όπως αφελώς ισχυριζόταν η ηγετική κλίκα του.
Παλαιότερα, τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, οι ποδοσφαιρικές επιτυχίες αποτελούσαν την απόδειξη της υπεροχής του καθεστώτος που εκπροσωπούσε η ομάδα. Στις μέρες μας το κριτήριο είναι η μεταναστευτική πολιτική που ακολουθούν τα κράτη. Οι πιο οξυδερκείς κατάλαβαν ότι την ίδια πολιτική -με τις προσθήκες της συμπερίληψης και των ποσοστώσεων- εφαρμόζει η Παγκόσμια Ποδοσφαιρική Συνομοσπονδία. Ο επί κεφαλής της, ένας Ελβετός που ανταποκρίνεται στον σαββοπουλικό χαρακτηρισμό «φαλάκρας απ’ έξω κι από μέσα», αποφάσισε την αύξηση του αριθμού των εθνικών ομάδων σε 48 από 32. Στόχος να περιοριστεί η λευκή υπεροχή (της Ευρώπης) και να αντισταθμιστεί με περισσότερες ομάδες από τις άλλες Ηπείρους. Το ταλέντο, η παράδοση, το ενδιαφέρον των οπαδών, τον άφησαν παγερά αδιάφορο. Αντί για μια διοργάνωση με ισχυρές ομάδες και αμφίρροπες αναμετρήσεις, επέλεξε τις ψήφους των Ομοσπονδιών για να διατηρήσει τον θρόνο του. Έτσι οδηγήθηκαν σαν πρόβατα επί σφαγή αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα λιλιπούτειων κρατών με περιορισμένες αγωνιστικές δυνατότητες.
Κοντά στη συμπερίληψη ήρθε και το φυλετικό ζήτημα. Το 1998, όταν η ομάδα της Γαλλίας κατέκτησε το βαρύτιμο τρόπαιο, η συμπερίληψη και η woke παράνοια δεν ήταν της μόδας. Κάποιοι πρόδρομοι της πολιτικής ορθότητας όμως παρατήρησαν χαιρέκακα ότι ο ποδοσφαιρικός άθλος οφείλεται στους μετανάστες που οι γηγενείς τούς περιφρονούν και τους αφήνουν να ζουν στο περιθώριο. Το 2026 η γαλλική ομάδα «εμπλουτίζεται» κατά τα 10/11 από μετανάστες. Όσο τα αποτελέσματα είναι θετικά, η κυριαρχία των μαύρων επί της κυρίαρχης φυλής των λευκών δεν σχολιάζεται. Όταν όμως αποτυγχάνει η Γερμανία, ομάδα με ιστορία μεγάλων επιτυχιών, η εξήγηση είναι προφανής: ευθύνονται οι επήλυδες που δεν έχουν ανεπτυγμένο το αίσθημα του καθήκοντος απέναντι στη φανέλα που τους εμπιστεύθηκαν.
Η αυτάρεσκη θεωρία περί ενσωμάτωσης των αλλοδαπών στις δυτικές κοινωνίες όμως καταρρίφθηκε πανηγυρικά. Υποτίθεται ότι οι μετανάστες έρχονται καταδιωκόμενοι ή σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Πόσοι μπορούσαν να είχαν «μια καλύτερη ζωή» από τον Ιμπραήμ Αφελάυ; Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ολλανδία, επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και μέλος της εθνικής ομάδας της χώρας, αλλά αντιδρά στην ενσωμάτωση. Δήλωσε ότι υποστηρίζει το Μαρόκο στο ματς με τους Ολλανδούς.
Παρά τα φαινόμενα οι θολοκουλτουριάρηδες βιάζονται να αποδείξουν τη σχέση που υπάρχει μεταξύ των αποτελεσμάτων και των μεταναστών. Ώσπου να σκεφτούν να πολιτικοποιήσουν ένα ποδοσφαρικό αποτέλεσμα, σνομπάριζαν αγρίως το ποδόσφαιρο. Γι’ αυτούς ήταν 22 νεαροί με κοντά παντελόνια που κυνηγούσαν μια μπάλα φουσκωμένη με αέρα, ενώ οι απολαβές τους ήταν σκάνδαλο στα μάτια χιλιάδων μη προνομιούχων. Η βιασύνη με την οποία άλλαξαν απόψεις οφείλεται στις αλλεπάλληλες διαψεύσεις που υπέστησαν οι ιδεοληψίες τους, επίσης φουσκωμένες με αέρα.
Μια χαρακτηριστική ανάρτηση στο Χ (τέως twitter) συνέδεσε κάποια γκολ με μετανάστες που αποτελούν ‘’πλούτο για την Ευρώπη’’: «…τα γκολ της Γερμανίας τα έβαλε παίκτης με καταγωγή από Κούρδους, τα γκολ της Ολλανδίας τρεις παίκτες με καταγωγή από Αφρική και Σουρινάμ, το γκολ της Σουηδίας ένας με καταγωγή από το Καμερούν». Δεν πρόλαβε να χαρεί τη δικαίωσή του. Η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν σκληρή. Τα πέναλτυ στο τέλος του αγώνα της Ολλανδίας τα εκτέλεσαν 2 λευκοί και 3 μαύροι. Μόνο οι λευκοί ευστόχησαν. Το κρίσιμο πέναλτυ της Γερμανίας το έχασε παίκτης με καταγωγή από την Ακτή Ελεφαντοστού. Φτώχυνε τελικά η Ευρώπη λόγω μεταναστάστευσης; Ή δικαιώθηκε εκείνος που παρατήρησε ότι στην ομάδα της Ολλανδίας υπήρχαν τόσοι μαύροι που με τις πορτοκαλί στολές έδιναν την εντύπωση τροφίμων αμερικανικής φυλακής;
Στο ερώτημα γιατί δεν υπάρχουν μαύροι στην ομάδα της Αργεντινής, η απάντηση είναι ότι οι παίκτες παίζουν ποδόσφαιρο, όχι σε ταινία του Disney. Μήπως τέτοιες συζητήσεις συνιστούν ρατσισμό; Όχι, αποφάνθηκαν οι ιεροεξεταστές: ρατσισμός είναι η ερώτηση γιατί δεν υπάρχουν λευκοί στη γαλλική ομάδα. Και, κατ’ αναλογία, έγκλημα μίσους είναι μια είδηση που μετέδωσε η Deutsche Welle: οι Γερμανοί άρχισαν να μαζεύουν υπογραφές με αίτημα να απαγορευτεί σε αφρικανούς και μουσουλμάνους να αγωνίζονται στην εθνική ομάδα της χώρας. Κατά τ’ άλλα το Παγκόσμιο Κύπελλο, είναι γιορτή και ο αθλητισμός ενώνει τους λαούς.
Ο ποδοσφαιρικός αγώνας είναι προσομοίωση μάχης. Ο διαιτητής έχει την αποστολή να εμποδίσει τη μετατροπή του σε αληθινή πολεμική αναμέτρηση. Αν τα καταφέρει στο γήπεδο η μάχη θα μετακομίσει στα κοινωνικά δίκτυα.
ΥΓ. Πώς συνέβη και η Ελλάδα είναι η μόνη μη ισπανόφωνη χώρα που αποκαλεί το Παγκόσμιο Κύπελλο «Μουντιάλ»; Η αιτία ήταν η διοργάνωση του 1970 στο Μεξικό. Για πρώτη φορά η ΕΡΤ μετέδιδε ζωντανά τους πιο ενδιαφέροντες αγώνες σε περιγραφή του αξέχαστου Γιάννη Διακογιάννη. Ήταν δική του ιδέα να εξαίρει την αγάπη που έδειχναν οι Μεξικάνοι για το «δικό τους Μουντιάλ». Η επανάληψη της λέξης (που σημαίνει παγκόσμιο) την έκανε οικεία στους φιλάθλους. Αποδείχθηκε επίσης βολική για τους τίτλους εφημερίδων και περιοδικών και έτσι επέζησε…








































































































