Γράφει ο δρ. Αλέξιος Παναγόπουλος
Καθηγητής και ακαδηµαϊκός Ξένων Ακαδηµιών των Επιστηµών
Η Ελλάδα εισέρχεται για ακόµη µία χρονιά στην αντιπυρική περίοδο του καλοκαιριού µε τους πολίτες να παρακολουθούν τις ίδιες τραγικές εικόνες.
∆άση, περιουσίες, καλλιέργειες και φυσικός πλούτος απειλούνται, ενώ η δηµόσια διοίκηση εµφανίζεται συχνά να λειτουργεί περισσότερο ως ένας µικρός µηχανισµός διαχείρισης συνεπειών παρά ως οργανωµένος µηχανισµός πρόληψης.
Το άρθρο 24 του Συντάγµατος επιβάλλει στο κράτος την υποχρέωση της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, ενώ το άρθρο 117 προβλέπει ειδική προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η συνταγµατική αυτή υποχρέωση δεν αφορά µόνο την κεντρική κυβέρνηση αλλά και κάθε βαθµό διοίκησης, Περιφέρειες, ∆ήµους και όλους τους αρµόδιους φορείς. Η τοπική αυτοδιοίκηση γνωρίζει ότι κάθε χρόνο θα βρεθεί αντιµέτωπη και τι µέτρα λαµβάνει;
Η επιστήµη της πολιτικής προστασίας είναι σαφής: η πρόληψη, η ετοιµότητα και η ταχεία αρχική προσβολή της πυρκαγιάς είναι οι καθοριστικοί παράγοντες της επιτυχίας. Όταν οι ίδιες περιοχές καίγονται επανειληµµένα, όταν οι αντιπυρικές ζώνες παραµένουν ανεπαρκείς και όταν δεν αξιοποιούνται εγκαίρως όλα τα διαθέσιµα µέσα, ανακύπτουν τα εύλογα ερωτήµατα περί των πολιτικών και διοικητικών ευθυνών.
Ιδιαίτερη σηµασία έχει η ενίσχυση των εναέριων µέσων της πυρόσβεσης. Τα καναδικά αµφίβια αεροσκάφη Canadair CL-415 µπορούν να µεταφέρουν περισσότερους από 6 τόνους νερού ανά ρίψη και να ανεφοδιάζονται απευθείας από τη θάλασσα ή µεγάλες υδάτινες επιφάνειες µέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, γεγονός που τα καθιστά εξαιρετικά αποτελεσµατικά στις µεσογειακές συνθήκες. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει σε πρόγραµµα αναβάθµισης µέρους του στόλου των Canadair και σε προµήθεια της νέας γενιάς πυροσβεστικών αεροσκαφών DHC-515, που δεν είδαµε ακόµα, γεγονός που επιβεβαιώνει τη στρατηγική σηµασία αυτών των µέσων.
Από την άλλη πλευρά, κατά τα προηγούµενα έτη χρησιµοποιήθηκαν και αεροσκάφη τύπου Beriev Be-200, τα οποία επίσης διαθέτουν µεγάλη µεταφορική ικανότητα νερού και έχουν αξιοποιηθεί διεθνώς σε επιχειρήσεις δασοπυρόσβεσης. Σήµερα το ζητούµενο δεν είναι η χώρα προέλευσης του µέσου αλλά η αποτελεσµατική προστασία της ελληνικής γης, του Έλληνα πολίτη και του γένους ως γένος και έθνος.
Η συζήτηση και ο προβληµατισµός, εποµένως, δεν πρέπει να είναι ιδεολογικά ή γεωπολιτικά. Πρέπει να είναι επιχειρησιακά. Άραγε γιατί να µη µισθώνονται εγκαίρως τα πρόσθετα βαρέα αεροσκάφη όταν οι µετεωρολογικές προβλέψεις προειδοποιούν για ακραίο κίνδυνο; Άραγε γιατί να µην υπάρχει µόνιµος σχεδιασµός ενίσχυσης των πλέον ευάλωτων περιοχών; Άραγε γιατί να επαναλαµβάνονται κάθε χρόνο τα ίδια λάθη;
Οι αιρετοί άρχοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν µπορούν να εµφανίζονται µόνον µετά την καταστροφή, για τα συλλυπητήρια ή για λόγια παρηγοριάς και δηµόσιου εντυπωσιασµού. Οφείλουν να λογοδοτούν για το επίπεδο της προετοιµασίας τους, για τους καθαρισµούς, για τα έργα πρόληψης, για τη διεκδίκηση πόρων και για τη συνολική αντιπυρική ετοιµότητα των περιοχών ευθύνης τους. Η πολιτική τους ευθύνη δεν αρχίζει όταν θα ανάψει η φωτιά· αλλά αρχίζει πολλούς µήνες από πριν.
Η Ελλάδα χρειάζεται µία νέα εθνική στρατηγική δασοπροστασίας, βασισµένη στην πρόληψη, στην τεχνολογία, στην αξιοποίηση όλων των διαθέσιµων εναέριων µέσων και στην πραγµατική λογοδοσία των υπευθύνων και εµπλεκοµένων. ∆ιαφορετικά, κάθε καλοκαίρι θα µετράµε τις ίδιες ή µεγαλύτερες απώλειες και θα ακούµε τις ίδιες µικροπολιτικές δικαιολογίες, που θα θυµίζουν νερώνια ρωµαϊκή καταστροφή.









































































































