Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος
Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος
Η πρόσφατη συνάντηση του πρωθυπουργού και του υπουργού Ανάπτυξης Τ. Θεοδωρικάκου µε τους ιδιοκτήτες των βιοµηχανιών τροφίµων και των µεγάλων αλυσίδων σούπερ µάρκετ, παρουσιάστηκε ως µία νέα εθνική προσπάθεια για την αντιµετώπιση της ακρίβειας.
Μάλιστα, έγινε λόγος για µία «εθνική κοινωνική συµφωνία» και για µειώσεις τιµών που αναµένεται να φανούν από τον Σεπτέµβριο.
Το ερώτηµα όµως παραµένει αµείλικτο: Αν η αγορά µπορούσε να µειώσει τις τιµές µε µία απλή συµφωνία κυρίων, γιατί δεν το έκανε µέχρι σήµερα;
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η ακρίβεια στα τρόφιµα δεν είναι αποτέλεσµα κάποιου φυσικού φαινοµένου ούτε µία αναπόφευκτη εξέλιξη της οικονοµίας. Είναι η συνέπεια µιας αγοράς που επί χρόνια λειτουργεί µε στρεβλώσεις, περιορισµένο ανταγωνισµό και µε τον καταναλωτή να σηκώνει µόνος του το βάρος κάθε διεθνούς κρίσης, κάθε αύξησης του κόστους και κάθε επιχειρηµατικής επιλογής.
Οι πολίτες δεν χρειάζονται άλλες εξαγγελίες. ∆εν µπορούν να πληρώσουν τον λογαριασµό του σούπερ µάρκετ µε υποσχέσεις για µελλοντικές µειώσεις. Η µητέρα που βλέπει το καλάθι της να αδειάζει, ο συνταξιούχος που κόβει βασικά είδη διατροφής και ο εργαζόµενος που αφιερώνει ολοένα µεγαλύτερο µέρος του µισθού του στα τρόφιµα, δεν έχουν την πολυτέλεια να περιµένουν µέχρι τον Σεπτέµβριο για να διαπιστώσουν αν οι δεσµεύσεις θα µετατραπούν σε πράξεις.
Και υπάρχει µία ακόµη διάσταση που συστηµατικά αγνοείται από την πολιτική συζήτηση.
Η ακρίβεια στα τρόφιµα δεν αποτελεί µόνο κοινωνικό ή οικονοµικό πρόβληµα. Αποτελεί και δηµοσιονοµική απειλή.
Όταν το µεγαλύτερο µέρος του οικογενειακού εισοδήµατος κατευθύνεται στην αγορά βασικών αγαθών, οι πολίτες αδυνατούν να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις. Οι δόσεις µεταφέρονται για αργότερα, οι οφειλές προς το ∆ηµόσιο αυξάνονται και οι ληξιπρόθεσµες υποχρεώσεις πολλαπλασιάζονται. Το αποτέλεσµα είναι η δηµιουργία δηµοσιονοµικών κενών και η διαρκής πίεση στα δηµόσια έσοδα.
Με απλά λόγια, όταν το κράτος επιτρέπει η ακρίβεια να εξαντλεί το εισόδηµα των πολιτών στο ταµείο του σούπερ µάρκετ, αργά ή γρήγορα θα το βρει µπροστά του και στα ταµεία της εφορίας.
Έτσι, η οικονοµία δεν µπορεί να λειτουργήσει όταν οι πολίτες επιλέγουν ποιον θα πληρώσουν πρώτα: Το κράτος ή το φαγητό της οικογένειάς τους.
Η κυβέρνηση οφείλει να κατανοήσει ότι η µάχη κατά της ακρίβειας δεν µπορεί να κερδηθεί µε επικοινωνιακές πρωτοβουλίες ούτε µε εθελοντικές δεσµεύσεις της αγοράς. Απαιτούνται ουσιαστικοί έλεγχοι, διαφάνεια στη διαµόρφωση των τιµών, πραγµατικός ανταγωνισµός και πολιτικές που θα ενισχύσουν το διαθέσιµο εισόδηµα των πολιτών.
∆ιότι η κοινωνία έχει κουραστεί να ακούει για «προσωρινές αυξήσεις» που γίνονται µόνιµες και για «µειώσεις που έρχονται» αλλά δεν φτάνουν ποτέ στο ράφι.
Η ακρίβεια δεν αντιµετωπίζεται µε συµφωνίες κυρίων. Αντιµετωπίζεται µε πολιτική βούληση, θεσµικές παρεµβάσεις και αποφάσεις που βάζουν στο επίκεντρο τον καταναλωτή και όχι τους αριθµούς των στατιστικών.
Και τελικά, η επιτυχία ή η αποτυχία της σηµερινής πρωτοβουλίας δεν θα κριθεί στις αίθουσες των συσκέψεων, αλλά στο ταµείο του σούπερ µάρκετ, εκεί όπου κάθε µέρα δίνεται η πραγµατική µάχη της ελληνικής οικογένειας.








































































































