Γράφει η
Ελένη
Κονιαρέλλη – Σιακή
Kαλοκαίρι – καύσωνας – Αθήνα. Αυτό είναι ένα τρίστρατο, που πρέπει να έχεις µεγάλη υποµονή και γερά νεύρα για να το περάσεις.
Ξεκινάς το πρωί φορώντας φωτοστέφανο στο κεφάλι έναν νιογέννητο φιλικό ήλιο και επιστρέφεις το µεσηµέρι στο σπίτι σου, µε τον ίδιο ήλιο, που τώρα όµως έχει γίνει εχθρικός και επικίνδυνος. Αυτό το νιώθεις αµέσως µόλις βγεις στο δρόµο από το δροσερό γραφείο σου, αφού το κλιµατιστικό που δούλευε ασταµάτητα όλη την ηµέρα, το είχε µετατρέψει σε σκιερό κοµµάτι του δάσους που µόνο τα πουλάκια, τα ρυάκια και τα δεντράκια του έλειπαν.
Με χίλιες δυο περιπέτειες στην επιστροφή σου, όπως εκνευριστική αναµονή στη στάση του λεωφορείου που ποτέ δε φτάνει στην ώρα του, λες και βουλιάζουν οι ρόδες του στην άσφαλτο που αχνίζει, µε στρίµωγµα δεκάδων κρεµασµένων από τις χειρολαβές επιβατών, µε παρεξηγήσεις, ενοχλήσεις, φωνές και βρισιές και µε τις καθηµερινές παρουσίες κάθε είδους επαιτείας και εξυπνάδας να σου τριβιλίζουν τ’ αυτιά, φτάνεις επιτέλους στον προορισµό σου, στο σπίτι σου! Ξεκλειδώνεις γρήγορα σκουπίζοντας τον ιδρώτα που ζεστός σε λούζει και κολλά επάνω σου από την κορυφή ως τα νύχια και σχεδόν τρέχοντας φτάνεις στο µπάνιο και µε ανακούφιση αφήνεσαι στο δροσερό νερό να τρέξει επάνω σου λυτρωτικά, για ώρα, και να παρασύρει µαζί του ένα µεγάλο κοµµάτι από την κούραση, και την ταλαιπωρία.
Μετά, ένα βιαστικό γεύµα -πού να βρεθεί όρεξη για φαγητό µε τέτοιον καύσωνα- και αµέσως µε βήµατα βιαστικά για το δωµάτιο της ξεκούρασης. Ξέρεις ότι το κρεβάτι σου σε περιµένει υποµονετικά, σαν δροσερή αγκαλιά, για να σε γαληνέψει και σ’ αυτήν την αγκαλιά ξαπλώνεις µαλακά λες και δε θέλεις να το βαρύνεις, και µε τα µάτια καρφωµένα στο ταβάνι µένεις σε πλήρη ακινησία, σα να έχει κολλήσει το σώµα σου στο στρώµα. Η πλατειά πόρτα που βγαίνει στη βεράντα είναι λίγο ανοιχτή, όσο ν ‘ αναπνέει ο χώρος, και η λευκή κουρτίνα που ελάχιστα την κουνά ένα ψεύτικο αεράκι, είναι σα να σου λέει: «Καλώς την… Μπράβο τα κατάφερες και σήµερα».
Και εκεί που µε κλειστά µάτια παραδίνοµαι στην αγκαλιά του ύπνου, ένα δυνατό τζι – τζι – τζι, µε κάνει ν ‘ άνοίξω τροµαγµένη τα µάτια, και χωρίς να κουνηθώ από τη θέση µου, να περιφέρω το βλέµµα µου παντού στο δωµάτιο, ψάχνοντας ν’ ανακαλύψω τώρα πού κρύβεται ο φλύαρος επισκέπτης µου, που µετά την πρώτη ταραχή µ’ εξέπληξε ευχάριστα. Στο δωµάτιό µου -σίγουρα από το µικρό άνοιγµα της πόρτας- είχε µπει ένα χαρούµενο τζιτζίκι, που τούτη τη δύσκολη µέρα µου, είχε την καλή διάθεση να µου τραγουδήσει. Εξακολουθούσα να περιφέρω τη µατιά µου παντού στο µικρό χώρο… αλλά δεν το έβλεπα πουθενά. Όµως η δυνατή γνωστή φωνή του -που δεν σταµάτησε ούτε για ένα λεπτό από τη στιγµή που άρχισε να τραγουδά- τον πρόδωσε! Ακολουθώντας την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν η φωνή… τον είδα και κάρφωσα τα µάτια µου στα δικά του, χωρίς να ξέρω αν µ’ έβλεπε και εκείνος που συνέχιζε το τραγούδι του αµέριµνος.
Ο τζίτζικας τραγουδούσε κι εγώ «ταξίδευα». Ταξίδευα ένα ταξίδι νοσταλγίας στον τόπο που γεννήθηκα, το όµορφο νησί της Λέσβου, στο χωριό µου το Πληγώνι και γύρω από το πατρικό µου σπίτι τις αµέτρητες ελιές, και τα άλλα δέντρα. Έβλεπα τον εαυτό µου, µικρό παιδί, να στέκεται ακίνητο πολλή ώρα, προσπαθώντας ν’ ανακαλύψει που κρυβόταν ο σπουδαίος τραγουδιστής που τον άκουγε να τραγουδά πολύ δυνατά αλλά δεν τον έβλεπε, γιατί το χρώµα του σώµατός του ήταν σχεδόν ίδιο µ’ αυτό της ελιάς. Και θυµάµαι ότι, όταν τον εύρισκα ένιωθα µεγάλη χαρά. ∆εν τον τρόµαζα, ούτε τον έδιωχνα. Καθόµουν στα ξερά χόρτα και µόνο τον κοίταζα.
Σήµερα, την πιο όµορφη γωνιά του δωµατίου µου την έχω διακοσµήσει µ’ ένα «καλάθι αναµνήσεις». Το καλάθι µου!… Τοποθετηµένο στη γωνία -ώστε να φαίνεται και από τη βεράντα-, είναι γεµάτο µε πολλών ειδών και χρωµάτων αποξηραµένα λουλούδια, µικρά και µεγάλα, λεπτά και παράξενα κλαδιά δέντρων, σε µια πολύ όµορφη σύνθεση, που συχνά το µάτι του επισκέπτη µου να επικεντρώνεται σ’ αυτό µε θαυµασµό: «Πολύ ωραία η σύνθεση στη γωνία… και µετά… Όλα αυτά σ’ εκείνο το καλάθι στηρίζονται;».
Το καλάθι µου είναι απλό και πολύ αγαπηµένο! Είναι φτιαγµένο από λεπτό καλάµι, σ’ ένα όµορφο πλεκτό σχέδιο -του παλιού καιρού- και στο τελείωµά του, δηλαδή, στο άνοιγµα µέσα στο πλεκτό καλάµι είναι περασµένες δύο χάντρες, µία γαλάζια και µία κόκκινη. Αυτό το καλάθι, µου το είχε προσφέρει µε περισσή αγάπη -πριν από αρκετά χρόνια- ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού µου «Η Αγία Τριάδα», γεµάτο µε όλα τα καλούδια του τόπου µου, και είναι ένα πολύ σηµαντικό δώρο καρδιάς που έχω λάβει. Τώρα, γεµάτο λουλούδια, λεπτούς κορµούς και κλαδιά, µε ξεκουράζει µε την εικόνα του, µε γεµίζει συγκίνηση και νοσταλγία, και µου θυµίζει τις αληθινές αξίες της ανθρωπιάς και της καλοσύνης που έχουν οι ρίζες µας, και που πρέπει να τις τιµούµε και να τις «καλλιεργούµε» σε όλη τη ζωή µας, άσχετα µε το πού βρισκόµαστε, τι γίναµε, τι πετύχαµε, τι κερδίσαµε και τι χάσαµε.
Η ώρα περνούσε, κι εγώ εγκλωβισµένη στην παρουσία του τζίτζικα που ακούραστα συνέχιζε για ώρα το τραγούδι του, γαντζωµένος σ’ έναν διακοσµητικό ξερό κορµό που οµόρφαινε το καλάθι µου, δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Ακίνητη τόση ώρα και το ρολόι να τρέχει µε ειδοποιούσε µε το τικ-τακ, ότι έπρεπε να σηκωθώ, να βιαστώ και να τρέξω, για να είµαι στην ώρα µου στην απογευµατινή µου δουλειά. Συνεχίζοντας να παρατηρώ το τζιτζίκι ανασηκώθηκα αργά και αθόρυβα… αλλά δεν απέφυγα «το κακό». Το τραγούδι κόπηκε στη µέση και ένα τροµαγµένο φτερούγισµά του από το µικρό άνοιγµα της πόρτας, το πήρε από µένα και το «επέστρεψε» εκεί που ανήκε, δηλαδή, στ’ αληθινά δέντρα, στ’ αληθινά λουλούδια, στον ήλιο, στην ανεµελιά… στην ελευθερία!
Όταν επέστρεψα στο σπίτι το βράδυ, άνοιξα την Εγκυκλοπαίδεια, βρήκα το τζιτζίκι µου σε µια όµορφη εικόνα και έµαθα πολλά. Όπως, ότι είναι έντοµο που ανήκει στην οικογένεια των τετιγιδώ ν και ότι υπάρχουν πολλά είδη, αλλά εµείς γνωρίζουµε περισσότερο τον τζίτζικα τον πληβείο. Έµαθα ότι έχει µήκος περίπου 3 εκατοστά, σώµα πεπλατυσµένο, και κεφάλι κοντό και πλατύ. Τα φτερά του είναι φτιαγµένα από λεπτή διάφανη µεµβράνη, και τα πόδια του είναι λεπτά και µακριά. Αυτά, λίγο – πολύ, τα ήξερα, τα είχα δει. Εκείνο όµως που δεν ήξερα και τρόµαξα όταν το διάβασα, είναι ότι το τζιτζίκι έχει 5 µάτια, 2 µεγάλα κανονικά και 3 πιο µικρά βοηθητικά. Έµαθα ακόµα ότι τροµερό επιστηµονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει για την ειδική ηχητική συσκευή που υπάρχει στην κοιλιακή του κοιλότητα, µέσω της οποίας δηµιουργείται εκείνο το ιδιόµορφο τετέρισµα που ακούµε το καλοκαίρι. Η συσκευή αποτελείται από δύο κοιλότητες που χωρίζονται από µία λεπτή µεµβράνη τεντωµένη και κάθε φορά που δονείται αυτή η µεµβράνη παράγεται ο ήχος. Η ηχητική συσκευή βρίσκεται ανάµεσα στον θώρακα και την κοιλιά του. Τη µεγαλύτερη όµως έκπληξη τη δοκίµασα διαβάζοντας ότι ο φίλος µου ο τζίτζικας… είναι κουφός! Αυτό το απέδειξε και ένας σπουδαίος ∆ήµαρχος του Μαγδεµβούργου τον περασµένο αιώνα, πυροδοτώντας ένα κανόνι κάτω από ένα πλατάνι της πλατείας πάνω στο οποίο τετέριζαν χιλιάδες τζιτζίκια, χωρίς εκείνα να σταµατήσουν από τον εκκωφαντικό κρότο…
Η νύχτα κυλά βιαστική και ασυγκράτητη. Η Εγκυκλοπαίδεια γλιστρά απ’ τα χέρια µου. Το τζιτζίκι µ’ έχει εγκαταλείψει από το µεσηµέρι. Ο αυριανός καύσωνας πλησιάζει απειλητικός. Η µόνη καλή συντροφιά στο σκοτάδι του δωµατίου είναι το καλάθι µου… Αυτό έχει δύο µάτια χάνδρες, µία γαλάζια και µία κόκκινη. Και το σπουδαιότερο: Το καλάθι, γεµάτο ιερές µνήµες από την παιδική µου ηλικία, µου «µιλά» συνέχεια, και «µ’ ακούει… µ’ ακούει», ό,τι και να του πω.
∆εν είναι κουφό όπως ο τζίτζικας! Κι αυτό είναι µία µικρή καλοκαιρινή ευτυχία.






































































































