Γράφει ο Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος
∆ηµοσιογράφος – ∆ηµοσιολόγος
Την προώθηση από την κυβέρνηση Μητσοτάκη αύξησης κατά 90% του µισθού των Αρχιερέων, δια άρθρου εις πολυνοµοσχέδιο που ετέθη σε δηµόσια διαβούλευση, προκάλεσε σκανδαλισµό στους πιστούς, αρνητικά σχόλια στην κοινή γνώµη και διαφοροποιήσεις στην Ιεραρχία ως προς την αντιµετώπιση του ζητήµατος. Ορισµένοι Αρχιερείς µάλιστα εξέφρασαν επιφυλάξεις έως και άρνηση στην αύξηση του µισθού τους, µε τη λογική του «Φοβού τους ∆αναούς και δώρα φέροντας»*.
Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυµος υποστήριξε την ενέργεια της Κυβέρνησης και την αύξηση των µισθών, του δικού του και των άλλων Αρχιερέων. Στην δήλωσή του εξέφρασε τη λύπη του «για τη διαστροφή του όλου πράγµατος» και πρόσθεσε πως «αυτά που έχει πάρει το Κράτος από την Εκκλησία είναι απείρως απέραντα (sic) από αυτά που λένε. Όλα αυτά δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια». Ο Μακαριώτατος προφανώς δεν έχει αντιληφθεί ότι ο σκανδαλισµός των πιστών και οι κατηγορίες των αντιθέων δεν έχουν σχέση µε την ανταπόδοση των όσων έχει πάρει το Κράτος από την Εκκλησία, αλλά µε τη χρονική συγκυρία και το ύψος της αύξησης. ∆ηλαδή ο διπλασιασµός του µισθού του και των άλλων Αρχιερέων έρχεται σε περίοδο µακράς λιτότητας του λαού και των απλών ιερέων, οι οποίοι είναι έγγαµοι, συνήθως πολύτεκνοι και χωρίς τις παροχές, που έχουν οι Μητροπολίτες.
Στη δύσκολη αυτή περίοδο για τους Έλληνες κακώς λοιπόν ο Αρχιεπίσκοπος ζήτησε από τον Πρωθυπουργό αύξηση του µισθού του και των άλλων Αρχιερέων. Των ιερέων θα έπρεπε να ζητήσει αύξηση και ιδιαίτερα εκείνων που επιµένουν να διαµένουν σε χωριά ολίγων κατοίκων και σε χωριά της παραµεθόριας ζώνης. Αν επαινέθηκε η κυρά της Ρω για το ότι στο νησάκι επέµενε να µένει σχεδόν µόνη, η Εκκλησία έχει χιλιάδες ιερείς που αθόρυβα επιτελούν την υπηρεσία της ∆έσποινας Αχλαδιώτου και αυτοί ουδόλως παραπονούνται, ούτε ζήτησαν αύξηση, ούτε βεβαίως έχουν πρόσβαση στον πρωθυπουργό για να του υποβάλουν αίτηµα αύξησης του µισθού τους… Ήδη ο Μητροπολίτης Κερκύρας κ. Νεκτάριος σε δήλωσή του πρότεινε «η αποζηµίωση που σήµερα δίνεται στους Αρχιερείς να κατευθυνθεί ως ενίσχυση στους ιερείς µας, ιδίως σε εκείνους που σηκώνουν καθηµερινά το βάρος µικρών, φτωχών και αποµακρυσµένων ενοριών».
Και αυτό που ανέφερε ο Αρχιεπίσκοπος, έστω µεταξύ σοβαρού και αστείου, στην ∆ΙΣ, ότι για να πείσει τον Πρωθυπουργό υπέρ της αύξησης του µισθού του δικού του και των άλλων Αρχιερέων, τον «απείλησε» ότι θα µεταπηδήσει στο Ισλάµ και θα γίνει «µουφτής» για να πάρει τον µισθό του (που είναι διπλάσιος των Μητροπολιτών) ήταν ατυχές και δεν λέγεται ούτε για αστείο, ιδιαιτέρως από τον Προκαθήµενο της Εκκλησίας, αλλά και γενικώς από κάθε χριστιανό. Αλίµονο αν η πίστη κληρικών και λαϊκών εξαρτάται από τα χρήµατα που παίρνουν. Χιλιάδες είναι οι νεοµάρτυρες που επί τετρακόσια και πλέον χρόνια σφαγιάσθηκαν από τους Τούρκους επειδή δεν αλλαξοπίστησαν, παρά τα πολλά οφέλη που τους προσέφεραν οι κατακτητές.
Ένας γνωστότατος από αυτούς ήταν ο Αθανάσιος ∆ιάκος. Το περί «παγίου αιτήµατος των Μητροπολιτών», για αύξηση του µισθού τους, που ελέχθη από τον Πρωθυπουργό, διαψεύσθηκε από τους Μητροπολίτες Κερκύρας Νεκτάριο και Νέας Σµύρνης Συµεών.
Ατυχής για τον διπλασιασµό του µισθού των Αρχιερέων ήταν η δήλωση, την οποία ανέγνωσε ο εκπρόσωπος Τύπου της ∆ιαρκούς Ιεράς Συνόδου, Μητροπολίτης Κιλκισίου κ. Βαρθολοµαίος. Περίπου επαναλαµβάνει το επιχείρηµα του Αρχιεπισκόπου δηλαδή την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση της Πολιτείας προς την Εκκλησία, για την τεράστια µοναστηριακή περιουσία, που αφαιρέθηκε από τις Ιερές Μονές κατά την περίοδο 1833-1952, χωρίς δηλαδή πλήρη και ισότιµη αποζηµίωση. Το επιχείρηµα είναι άσχετο προς το γεγονός. Το θέµα της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι πολύ γενικότερο, αφορά ΟΛΗ την Εκκλησία και αυτό του µισθού των Αρχιερέων είναι παρωνυχίδα, που εξελήφθη πως όποιος έχει σχέση µε την πολιτική εξουσία και τηρεί τα όσα αυτή επιτάσσει αµείβεται…
Ατυχής ήταν και η δήλωση του Μητροπολίτου Λαρίσης κ. Ιερωνύµου, που θέλησε να υπερασπισθεί τον διπλασιασµό του µισθού των Αρχιερέων. Κατ’ αρχήν, γράφει σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, ως να έχει σχετική εξουσιοδότηση από το σύνολο των Αρχιερέων να οµιλήσει εκ µέρους τους.
Γράφει επίσης ότι ο µισθός που εισέπραττε ήταν «γλίσχρος» (πενιχρός, ανεπαρκής), αν και είναι χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις και συνοδεύεται µε αρκετές παροχές εκ µέρους της Μητροπόλεως. Γράφων εκ µέρους των Μητροπολιτών σηµειώνει πως «θυσιάσανε καριέρες ενσυνείδητα, προκειµένου να διακονήσουν τον Χριστό και την Εκκλησία Του». Ως προς τον ίδιο τον Σεβ. Λαρίσης είναι ακριβές. Υπάρχουν όµως αµφιβολίες για πολλούς άλλους… Είναι λυπηρό πάντως που επιχειρεί µε νοµικά επιχειρήµατα να απαντήσει στον σκανδαλισµό των πιστών και γενικότερα της κοινής γνώµης. Το πρόβληµα δεν είναι κοσµικό, είναι καθαρά πνευµατικό, εκκλησιολογικό, ιεραποστολικό. Αν ο Σεβ. µελετήσει πρόσφατες µετρήσεις για το πού βρίσκεται η εµπιστοσύνη του λαού προς την Εκκλησία θα αντιληφθεί το πρόβληµα που προέκυψε, µε την πρωτοβουλία του Μακαριωτάτου, χωρίς µάλιστα εξουσιοδότηση της Ιεράς Συνόδου. Κυρίαρχο στοιχείο όλων µας πρέπει να είναι «ει βρώµα σκανδαλίζει τον αδελφό µου, ου µη φάγω κρέα εις τον αιώνα, ίνα µη τον αδελφόν µου σκανδαλίσω» (Κορ. Α΄ η΄ 13).
Για θεραπεία του σκανδαλισµού των πιστών και της αιτίας πολεµικής σε βάρος της Εκκλησίας θα πρέπει η ∆ΙΣ να συγκληθεί άµεσα και να αποδεχθεί την πρόταση του Μητροπολίτου Νέας Σµύρνης ή του Μητροπολίτου Κερκύρας κ. Νεκταρίου και να ζητήσει από την Κυβέρνηση να αποσυρθεί η διάταξη περί του διπλασιασµού του µισθού των Αρχιερέων. Έτσι θα αποκατασταθεί, κατά το δυνατόν, το κύρος της Εκκλησίας στην κοινή γνώµη, θα επέλθει ηρεµία στο ποίµνιό και θα αποφευχθεί η τυχόν εκµετάλλευση του γεγονότος από τους «Αχαιούς».
*Προειδοποίηση του Λαοκόωντος προς τους Τρώες, να µην δεχθούν το «δώρο» των Αχαιών και βάλουν στο εσωτερικό της Τροίας τον ∆ούρειο Ίππο.
Αναγράφεται στην Αινειάδα του Βιργιλίου.









































































































