Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή
Kαι σήµερα ακόµα οι πιο παλιοί του τόπου το διηγούνται σαν παραµύθι. Οι νεώτεροι το πιστεύουν, οι πολύ νέοι γελούν και τα παιδιά ρωτούν περίεργα: «Πότε θα ξαναγίνει αυτό;». Κι όµως, η ιστορία είναι αληθινή πέρα για πέρα, όσο αληθινή είναι και η θάλασσα.
Ήταν ένα ανοιξιάτικο γλυκό απόγευµα στο Λαµπίρι, µια όµορφη παραθαλάσσια περιοχή στην Πελοπόννησο. Η θάλασσα, διάφανο λάδι, απλωµένο απ’ την παραλία του Μοριά µέχρι τα απέναντι βουνά της Ρούµελης. Η ατµόσφαιρα τόσο καθαρή, που κάποια στιγµή αναρωτιόσουν, πού τελειώνει η θάλασσα και πού αρχίζει ο ουρανός ή µήπως ο ουρανός ακούµπησε στις παλάµες της θάλασσας.
Στην ακροθαλασσιά βασίλευε ησυχία. Το κυµατάκι έσπαζε διακριτικά στα λιγοστά βραχάκια µουρµουρίζοντας ανεξήγητες τρυφεράδες. Το µικρό εξοχικό κέντρο ήταν φτιαγµένο πολύ κοντά στη θάλασσα. Μπροστά είχε ένα στρογγυλό χώρο πίστας και το καλοκαίρι ξεχείλιζε η ζωή και το κέφι απ’ τα στριµωγµένα τραπεζάκια µε τα χάρτινα τραπεζοµάντηλα και τις ανακατεµένες ελληνικές και ξενόγλωσσες κουβέντες.
Την άνοιξη άρχιζε η προετοιµασία. Καθαριότητα του γύρω χώρου, βαψίµατα, ασπρίσµατα. Έπρεπε όλα να είναι έτοιµα στην ώρα τους. Και τα πλατάνια, κυρίως τα πλατάνια που αποτελούσαν τον προστατευτικό θώκο στους θυµούς της θάλασσας. Τα πλατάνια αυτά -ποιος ξέρει πόσων χρόνων- είχαν κάθε καλοκαίρι κατάλευκους ασπρισµένους τους κορµούς σε τόσο ύψος, όσο φτάνει ένας αρκετά ψηλός άντρας. Και ήταν πεντακάθαρα και γυαλιστερά απ’ την αλµύρα της θάλασσας και το αντιφέγγισµα του ορίζοντα επάνω στα φύλλα τους.
Εκείνη την ηµέρα, ο ιδιοκτήτης του µικρού ξύλινου κέντρου, ήταν από νωρίς στο µαγαζί. Οι δουλειές πολλές κι αυτός µόνος. Το απόγευµα ήρθε βοήθεια, που κάθε άλλο, παρά βοήθεια δουλειάς ήταν. Ήρθαν φίλοι, µε τις αγκαλιές γεµάτες άνοιξη, που, παραβλέποντας τις φούριες της προετοιµασίας, έβγαλαν τις σκονισµένες καρέκλες και τα τραπεζάκια από την αποθήκη και στρώθηκαν να θαυµάσουν τη µαγεία του τοπίου.
Οι ώρες κυλούσαν ευτυχισµένες µε κουβεντούλες για τα δεινά του χειµώνα και για τα προβλήµατα της παραγωγής. Και τα καραφάκια µε το ούζο πηγαινοέρχονταν µαζί µε τη ζεστή µοσχοµυρισµένη µαριδούλα, τη «δική» τους, όπως την έλεγαν. Και πράγµατι ήταν «δική» τους, γιατί µόνοι τους είχαν ρίξει νωρίς, µόλις ήρθαν, τα δίχτυα εκεί µπροστά στο µαγαζί και σε λίγες ώρες ο µεζές ήταν έτοιµος στο τηγάνι, ολόφρεσκος και λαχταριστός. Απολάµβαναν όλοι µαζί αυτές τις θείες ανοιξιάτικες ώρες του απογεύµατος, κουτσοπίνοντας, συζητώντας και κυρίως βλέποντας. Πέντε – έξι ζευγάρια µάτια αγκάλιαζαν την ονειρική θέα που απλωνόταν µπροστά τους. Μια πλατιά µεταξωτή κορδέλα η θάλασσα, αζάρωτη και πολύχρωµη και στο τέρµα του πλάτους της, τα απέναντι βουνά καθαρά και µυστήρια τυλιγµένα στον λευκόχρωµο µανδύα που τους έραψε το ηλιοβασίλεµα!
Ησυχία παντού! Γαλήνη παραδεισιακή! Οι µόνοι θόρυβοι που ακούγονταν ήταν οι ψιλοκουβέντες τους και το ασταµάτητο µουρµούρισµα της θάλασσας, που κι αυτή σιγανά, έλεγε… και έλεγε… ποιος ξέρει τι.
Μα ξαφνικά το σκηνικό άλλαξε απότοµα. Ένα θρόισµα ακούστηκε στην αρχή στα κλαδιά των δέντρων και αµέσως µετά… η δυνατή βουή. Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν τροµαγµένοι και χάνοντας τα λόγια τους, πετάχτηκαν όρθιοι σαν ελατήρια και όλοι µαζί σήκωσαν τα χέρια δείχνοντας στο βάθος της θάλασσας που δεν ήταν πια η θάλασσα που τους ξεκούραζε µε την ηρεµία της πριν ένα λεπτό.
Είχε µοιραστεί στα δύο, φτιάχνοντας στη µέση ένα ρήγµα υδάτινο και όλα τα νερά της, λες και είχαν υψωθεί για να φτάσουν το Θεό. Τα χωριά της Ρούµελης, τα ψηλά βουνά, ο ουρανός… είχαν όλα χαθεί και µόνο ένα θεόρατο ορθωµένο κύµα που έπιανε στο µήκος του όσο πιάνει το µάτι, λικνιζόταν στο βάθος του ορίζοντα, απειλητικό, έτοιµο να βγει έξω και να καταπιεί τα πάντα. Η εικόνα ήταν τροµακτική! Τα µάτια όλων είχαν πεταχτεί έξω απ’ τις κόγχες τους και τα χέρια ασυναίσθητα έκαναν το σηµείο του σταυρού. Την πρώτη έκπληξη, σε κλάσµατα του δευτερολέπτου, τη διαδέχτηκε το αίσθηµα της αυτοπροστασίας. Κι έγιναν φτεροπόδαροι και οι πιο νέοι, αλλά και οι ηλικιωµένοι. Τα παπούτσια έφυγαν απ’ τα πόδια, τα χέρια έσφιγγαν τ’ αυτιά για να µην ακούν τη βουή, κι έτρεχαν, έτρεχαν ασταµάτητα. Πέρασαν τα παραλιακά χωράφια και τον εθνικό δρόµο τρέχοντας και χωρίς να πάρουν ανάσα έφτασαν στο χωριό τους τις Καµάρες, που ήσυχα εξακολουθούσε ν’ αναπαύεται στους πρόποδες του χαµηλού βουνού.
Έντροµοι σταµάτησαν και κοιτάχτηκαν, σαν να προσπαθούσαν να επιβεβαιώσουν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου την αλήθεια και εξουθενωµένοι διπλώθηκαν κάτω στο χώµα, χωρίς να σταµατήσουν να σταυροκοπιούνται.
Το τεράστιο βουνό της θάλασσας που τόσο ξαφνικά βουίζοντας είχε υψωθεί µπροστά τους, εξακολουθούσε να τους βρέχει µε κρύο ιδρώτα.
«- Θεέ µου,… Θεέ µου…», µουρµούριζαν κάθε τόσο… «Αυτό το κύµα βγήκε έξω. Τα κατάπιε όλα! Πως προλάβαµε και φύγαµε πριν µας φτάσει…».
Όλο το χωριό τους περικύκλωσε. Γρήγορα το νέο µαθεύτηκε από στόµα σε στόµα. Αρκετοί είχαν ακούσει κάποια βουή, αλλά πίστεψαν ότι «ήταν ο αγέρας της θάλασσας». Άλλοι, πιο δύσπιστοι είπαν ότι «αυτά τα πράγµατα δεν γίνονται» και οι πιο µορφωµένοι µίλησαν για «παλιρροϊκό κύµα».
-Γυναίκα σήκω… Στο Λαµπίρι η θάλασσα βγήκε έξω!» φώναξε απ’ την πόρτα ο τροµαγµένος παππούς. Και η γιαγιά τυλιγµένη στην άγνοιά της, απάντησε ήρεµα και απλά:
-∆εν είναι τίποτα… Καράβι θα πέρασε!
Πέρασαν δυο-τρεις ώρες. Οι πρώτες εντυπώσεις του φόβου αραίωσαν και έδωσαν θέση σε ατελείωτες ερωτήσεις.
-Πού πήγε αυτό το τεράστιο κύµα; Μήπως σχίστηκε η θάλασσα; Μήπως πνίγηκαν άνθρωποι, ζωντανά και καταστράφηκαν καλλιέργειες;
Μια ανθρώπινη µυρµηγκογραµµή ξεκίνησε από την πλατεία του χωριού, για τη θάλασσα. Την «ποµπή» οδηγούσαν οι πιο θαρραλέοι που κατέβαιναν σιγά-σιγά και σταµατώντας κάθε τόσο, έκαναν σινιάλο µε τα χέρια στους άλλους ν’ ακολουθήσουν. Σ’ όλους φώλιαζε και κάποια µικρή αµφιβολία. Μα γίνονται αυτά τα πράγµατα; Μήπως οι συγχωριανοί µας έχασαν το µυαλό τους, ή φαντάστηκαν όλα όσα διηγήθηκαν;
Μόλις έφτασαν στην άσφαλτο που είχε απόσταση περίπου τρακόσια µέτρα από τη θάλασσα… πάγωσαν. Η εικόνα που αντίκρισαν ήταν απίστευτη. Ο δρόµος γυάλιζε φρεσκοπλυµένος αλλά γεµάτος φύκια, πέτρες, και ξεριζωµένα φυτά της θάλασσας. Τα δέντρα, σε αρκετό ύψος, είχαν ανακατεµένα τα κλαδιά τους και τα φύλλα µαδηµένα, τους κορµούς λυγισµένους παράξενα και τους καρπούς χαµένους.
Όσο πλησίαζαν προς τη θάλασσα, η έκπληξη µεγάλωνε.
Τα κοντινά στην παραλία χωράφια είχαν γεµίσει ψάρια, όστρακα, φύλλα, ξύλα, κοχύλια, πέτρες…
Και τότε τον τρόµο διαδέχτηκε ξέσπασµα απορηµένου κεφιού. Νευρική εκτόνωση που µεγάλωνε κάθε φορά που έσκυβαν στα βρεγµένα χωράφια και ανάµεσα απ’ τα λασπωµένα χορτάρια, µάζευαν ψάρια, µικρά και µεγάλα και ακόµα στα παραθαλάσσια, επάνω από τα µουσκεµένα κλήµατα, ξεκολλούσαν… χταπόδια!
Η µισή µυρµηγκογραµµή αποκόπηκε. Τρέχοντας, γύρισε πίσω στο χωριό για να µεταφέρει τα νεώτερα απίστευτα που είδε και άκουσε, αλλά και για ένα λόγο ακόµη. Να εφοδιαστεί µε καλάθια, σακούλες, και πανέρια για να µαζέψει τα ολόφρεσκα ψάρια που ακόµα σπαρταρούσαν στα καλοτσαπισµένα χωράφια και στην άσφαλτο του δρόµου…
Τώρα η παραλία είχε αλλάξει ριζικά όψη. Τα βραχάκια είχαν χαθεί, πέτρες είχαν παρασυρθεί µαζί µε το βιός της θάλασσας προς τα έξω, όλα ανακατεµένα µε φύκια, καβούρια, αστερίες.
Και το πιο παράξενο. Το γνωστό κεντράκι µε τα τραπεζάκια και τις καρέκλες, που πριν από λίγες ώρες στητό και καθαρό αγνάντευε τη θάλασσα, είχε εξαφανιστεί. Στη θέση του υπήρχαν νερά λιµνασµένα, θολά απ’ τα χώµατα, που γυάλιζαν αδιάφορα στις τελευταίες ανταύγειες του ήλιου. Μόνο τα πλατάνια έµειναν ολόρθα!
Αλλά, ανεµοδαρµένα κι αυτά, και σε άλλη θέση -θαρρείς- βαλµένα. Πιο κοντά τώρα στη θάλασσα και πιο µακριά απ’ τα ίχνη της πίστας που περισσότερο θύµιζε επίπεδο βυθό. Η όµορφη ακτή είχε µετατραπεί σε φωτογραφία βιβλικής καταστροφής. Λες και κάποια δύναµη, µέσα σε λίγα λεπτά είχε ανατρέψει την ισορροπία της φύσης, προκαλώντας τη θάλασσα σ’ αγώνα επίδειξης ισχύος. Και ο αγώνας αυτός έγινε. Και όλα τελείωσαν. Και η θάλασσα αφού νίκησε την ξηρά, ξαναγύρισε στο δικό της χώρο, πανίσχυρη και µε την οµορφιά της νίκης! Μόνο έτσι µπορούσε να εξηγήσει κανείς την ηρεµία και τη γαλήνη που την έλουζε. Ήταν η γλυκιά ηρεµία του νικητή, µετά από κάθε δύσκολη µάχη και κατάκτηση.
Για τα πιο ορεινά χωριά, η ιστορία αυτή φάνηκε σαν παραµύθι. Ελάχιστοι την πίστεψαν. Μα και αυτοί ακόµα που την έζησαν τότε, µπορεί µετά από χρόνια, να την θυµούνταν πιο πολύ σαν δηµιούργηµα της φαντασίας τους. Όµως, αυτοί που έτρωγαν τότε για µια εβδοµάδα και πλέον τα ψάρια που είχαν µαζέψει απ’ τα χωράφια τους, λένε:
– Είναι αλήθεια! Η θάλασσα βγήκε έξω και µας πήρε την παραγωγή! Πήρε ντοµάτες, φρούτα, λαχανικά… Τα είδαµε να πλέουν µέρες στα νερά της και το κύµα να τα πηγαίνει πέρα – δώθε… Αλλά δεν είναι αχάριστη θάλασσα. Μας πήρε τα φρούτα και µας έδωσε… ψάρια!
Και όµως, η ιστορία αυτή είναι αληθινή, όσο και η θάλασσα. Εκτός από τις αφηγήσεις των κατοίκων της περιοχής, που µε χίλια χρώµατα και παραλλαγές την επαναλαµβάνουν εδώ και χρόνια και έτσι µεταφέρεται από γενιά σε γενιά, υπήρξε τότε έντονος και ο επιστηµονικός προβληµατισµός για το φυσικό αυτό φαινόµενο.
Για πολλά χρόνια µετά, αυτό το κοµµάτι της θάλασσας στο Λαµπίρι της Αιγιαλείας, είχε συγκεντρώσει το ενδιαφέρον µεγάλης επιστηµονικής έρευνας και µελέτης από διαπρεπείς Έλληνες και ξένους επιστήµονες σε θέµατα παλιρροϊκών κυµάτων.







































































































