Γράφει ο Γιώργος Τσούκας
Εκπαιδευτικός – συγγραφέας
Oι Πανελλήνιες εξετάσεις αποτελούν εδώ και δεκαετίες έναν από τους κεντρικότερους θεσμούς της ελληνικής εκπαίδευσης.
Κάθε χρόνο, ιδιαίτερα τον Ιούνιο, μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικοί και ολόκληρη η κοινωνία, ζουν γύρω από μια κοινή αγωνία. Ο θεσμός παρουσιάζεται ως αντικειμενικός, αξιοκρατικός και αναγκαίος, επειδή βασίζεται σε κοινά θέματα, ανώνυμη βαθμολόγηση και ενιαίους κανόνες.
Σε μια κοινωνία όπου η αναξιοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις έχουν συχνά τραυματίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, οι Πανελλήνιες διατηρούν κύρος ακριβώς επειδή φαίνεται να προσφέρουν έναν κοινό κανόνα για όλους.
Ωστόσο, η ισότητα της διαδικασίας δεν σημαίνει και ισότητα αφετηριών. Οι μαθητές δεν ξεκινούν από το ίδιο σημείο. Άλλοι διαθέτουν οικονομική άνεση, ήσυχο περιβάλλον, μορφωτική στήριξη και πρόσβαση σε ποιοτική βοήθεια. Άλλοι αντιμετωπίζουν οικονομική στενότητα, οικογενειακές δυσκολίες, άγχος και περιορισμένες δυνατότητες υποστήριξης. Έτσι, η ίδια εξέταση μπορεί να είναι τυπικά κοινή, αλλά ουσιαστικά άνιση. Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στην εξέταση, αλλά στις κοινωνικές ανισότητες που προηγούνται αυτής.
Παράλληλα, οι Πανελλήνιες δεν αξιολογούν απλώς γνώσεις. Διαμορφώνουν ολόκληρη τη σχολική κουλτούρα. Το Λύκειο, αντί να λειτουργεί ως χώρος παιδείας, διαλόγου, κριτικής σκέψης και προσωπικής ωρίμανσης, μετατρέπεται συχνά σε προθάλαμο εξετάσεων. Η γνώση περιορίζεται σε εξεταστέα ύλη, η σκέψη σε τεχνική απάντησης, η μάθηση σε επίδοση και ο μαθητής σε υποψήφιο. Το σχολείο παύει να ρωτά τι άνθρωπο διαμορφώνει και επικεντρώνεται στο πόσα μόρια θα συγκεντρώσει. Αυτή η μετατόπιση υπονομεύει την ουσία της παιδείας.
Οι μαθητές βιώνουν συχνά τις εξετάσεις ως υπαρξιακή κρίση. Η επιτυχία ταυτίζεται με κοινωνική δικαίωση και η αποτυχία με προσωπική ανεπάρκεια. Έφηβοι δεκαεπτά ή δεκαοκτώ ετών καλούνται μέσα σε λίγες ώρες να αποδείξουν όχι μόνο τι γνωρίζουν, αλλά σχεδόν ποιοι είναι και πόσο αξίζουν. Το αποτέλεσμα είναι έντονο άγχος, φόβος, ενοχές και συγκρίσεις. Πολλοί χάνουν την επαφή με τις πραγματικές επιθυμίες και δυνατότητές τους, επιλέγοντας σπουδές με βάση τα μόρια, τις οικογενειακές πιέσεις ή τον φόβο της επαγγελματικής ανασφάλειας.
Οι γονείς, από την πλευρά τους, συχνά εγκλωβίζονται και οι ίδιοι σε αυτό το σύστημα. Από αγάπη και αγωνία για το μέλλον των παιδιών τους, επενδύουν σε φροντιστήρια, θυσίες και συνεχή έλεγχο. Η οικογένεια μετατρέπεται σε εξεταστικό στρατηγείο και το παιδί κινδυνεύει να αντιμετωπίζεται ως «επένδυση». Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς φέρουν αποκλειστικά την ευθύνη. Αντίθετα, λειτουργούν μέσα σε μια κοινωνία ανασφάλειας, ανεργίας και ανταγωνισμού, η οποία τους πείθει ότι οι εξετάσεις είναι η μοναδική ασπίδα απέναντι στο μέλλον.
Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται επίσης σε δύσκολη θέση. Καλούνται να υπηρετήσουν την παιδεία μέσα σε ένα πλαίσιο που επιβραβεύει κυρίως την εξεταστική αποτελεσματικότητα. Οφείλουν, όμως, να υπερασπιστούν την αξιοπρέπεια του μαθητή και το νόημα της μάθησης. Να προετοιμάζουν χωρίς να μηχανοποιούν, να καλλιεργούν κριτική σκέψη, ψυχραιμία, ήθος και πνευματική αντοχή, υπενθυμίζοντας ότι καμία εξέταση δεν εξαντλεί την αξία ενός ανθρώπου.
Η μεγαλύτερη ευθύνη ανήκει στην Πολιτεία. Δεν αρκεί να οργανώνει αδιάβλητες εξετάσεις· οφείλει να εξασφαλίζει δίκαιες εκπαιδευτικές συνθήκες πριν από αυτές. Χρειάζεται δημόσιο σχολείο υψηλής ποιότητας, ουσιαστική ενισχυτική διδασκαλία, ψυχολογική υποστήριξη, αξιόπιστος επαγγελματικός προσανατολισμός, μείωση της εξάρτησης από την παραπαιδεία και αναβάθμιση του Λυκείου. Αν η Πολιτεία απλώς εξετάζει χωρίς να μορφώνει ισότιμα, τότε δεν αξιολογεί μόνο, νομιμοποιεί τις ανισότητες.
Σήμερα, σε μια εποχή τεχνητής νοημοσύνης, εργασιακής επισφάλειας, κλιματικής κρίσης και κοινωνικών ανισοτήτων, η ανάγκη για πολίτες με κριτική σκέψη, συνεργατικότητα και δημοκρατική συνείδηση, είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Ένα εξετασιοκεντρικό σχολείο δύσκολα μπορεί να καλλιεργήσει τέτοιους ανθρώπους.
Η λύση, όμως, δεν είναι μια πρόχειρη κατάργηση των Πανελληνίων, καθώς κάθε εναλλακτικό σύστημα μπορεί να γεννήσει νέες αδικίες. Απαιτείται σοβαρή αναθεώρηση: ενισχυμένο και αξιόπιστο απολυτήριο, πολλαπλές ευκαιρίες εξέτασης, αξιολόγηση δεξιοτήτων, ελεύθερη πρόσβαση όπου είναι δυνατόν, ειδικές εξετάσεις όπου χρειάζεται και ουσιαστική αναβάθμιση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.
Οι Πανελλήνιες είναι ταυτόχρονα θεσμός, αναγκαιότητα, σύμπτωμα και πρόβλημα. Δεν αρκεί ούτε να τις καταγγείλουμε ούτε να τις εξιδανικεύσουμε. Χρειάζεται να τις ξανασκεφτούμε με γενναιότητα. Γιατί μια παιδεία αντάξια του ονόματός της δεν μπορεί να μετρά μόνο σωστές απαντήσεις. Οφείλει να ανοίγει δρόμους ζωής..!





































































































