Γράφει η
Ρίκα Χρυσανθοπούλου
∆ιηγηµατογράφος
rica@ath.forthnet.gr
Σ’ ένα γνωστό πολυτελές θέρετρο διακοπών, είπα να ξεκουραστώ για τρεις ηµέρες. Η τσέπη µου δεν άντεχε για περισσότερο, ήταν όµως αρκετό για να πάρω µια ανάσα από την αγχωτική ατµόσφαιρα της πόλης, τις προεκλογικές υστερίες, τους νέους φόρους και τα «γυαλισµένα» µάτια πολλών οδηγών στο δρόµο.
Ένα σµάρι χελιδόνια πετά πάνω από τη µεγάλη πισίνα. Περιφέρεται νωχελικά στον ουρανό και ξάφνου, ένα ένα τα πουλιά κατεβαίνουν, ίδια αστραπή, κι αγγίζουν το νερό για ν’ ανέβουν ξανά µε την ίδια ταχύτητα, να συναντήσουν τα υπόλοιπα. Θαρρείς χορεύουν παιχνιδιάρικα, µεταξύ ουρανού και νερού.
∆ίπλα στην πισίνα, σε µια ξαπλώστρα µε οµπρέλα από τούλι, παρατηρώ τα ζουζουνίσµατα των εντόµων γύρω από ένα µεγάλο θάµνο λεβάντας. Πράσινος τάπητας όσο πάει το µάτι µου, αγκαλιάζει πεύκα, λεύκες, ψηλούς φοίνικες, µουριές και κοροµηλιές. Νωχελικές µπουκαµβίλιες ανεβαίνουν αργά ως τις βεράντες και τους κάθετους λευκούς τοίχους, στολίδι τα άνθη τους. Τραγουδούν το καλοκαίρι στα µάτια του επισκέπτη.
Άνθρωποι κάθε εθνικότητας περνούν από µπροστά µου, συχνά φορώντας παράταιρους συνδυασµούς, που δείχνουν την καλοκαιρινή ανεµελιά, τη χαλαρότητα, ίσως και την κακογουστιά µερικές φορές. Ήχοι από διάφορες γλώσσες χοροπηδούν σαν αταίριαστες νότες ακατανόητων µονολόγων. Μεγάλα ποτήρια µπύρας ταξιδεύουν από χέρι σε χέρι. Κοκτέιλ µε χρωµατιστά οµπρελάκια, παρατηµένα σε τραπεζάκια πλάι στις ξαπλώστρες µε τις πλουµιστές πετσέτες.
Παρατηρώ τους περαστικούς. Άλλοι µε κιµονό στολισµένο παγώνια πάνω από το µαγιό. Άλλοι µε φθαρµένα σορτσάκια και στραβοκουµπωµένα πουκάµισα. Κυρίες µε διαφανή «παρεό», ναζιάρες νεαρές µε προκλητικά µαγιό να τα περιφέρουν όλο καµάρι, γύρω τριγύρω, κρατώντας ένα καφέ µε πολύχρωµο καλαµάκι. Παρατηρώ νέα ζευγάρια µε παιδάκια φροντισµένα, πασαλειµµένα προστατευτικές κρέµες, καπέλα και σωσίβια κάθε τύπου.
Μυρωδιές αντηλιακού θυµίζουν κοκοφοίνικες.
Απαλή µουσική κολυµπάει γύρω από την πισίνα πλαισιώνοντας τον δύστυχο ναυαγοσώστη που έχει αποχαυνωθεί από τη ζέστη, κάτω από την υποτυπώδη κόκκινη οµπρέλα.
Ξάφνου το µάτι µου σταµατά σ’ ένα υπερήλικο ζευγάρι που προχωρεί αργά προς το ακριβό εστιατόριο.
Εκείνος, εκτός από τα φτηνά µεγαλόπρεπα γυαλιά ηλίου, φορά ένα σκούρο µπλουζάκι ξεχειλωµένο στο λαιµό κι από κάτω ένα σορτσάκι τζιν κάποιων δεκαετιών. Σέρνει το βήµα του φορώντας τις στραβοπατηµένες πλαστικές παντόφλες του. Για κάποιο λόγο φαίνονται αρκετά µεγάλες για το πόδι του, που εξέχει µπροστά.
Εκείνη, µε τα ψαρά κοντοκουρεµένα µαλλιά της, γέρνει ελαφρά µπροστά καθώς περπατά. Φορά µια φαρδιά δροσερή φούστα και µια µπλούζα από το ίδιο ύφασµα, σπαρµένη µε ξεθωριασµένα ροζ λουλούδια. Γεµάτη λουλούδια. Ξεθωριασµένα, σαν την ίριδα των µατιών της. Στη χούφτα της ένα µικρό πορτοφολάκι.
Παράταιροι στο κοσµικό περιβάλλον που µέχρι πριν λίγο παρατηρούσα. Παράταιροι! Αυτό… Τα χέρια τους είναι τόσο σφιχτά πλεγµένα, καθώς κρατούν ο ένας τον άλλον, κάτι που δεν φαίνεται γύρω µου να συµβαίνει και στα υπόλοιπα ζευγάρια. Θυµίζουν γέρικα πουλιά που µε κόπο, πλάι-πλάι, ψάχνουν σκιά, απανεµιά. Ψάχνουν ευχαρίστηση στα µέτρα τους.
Κρατούν ο ένας το χέρι του άλλου, σαν να το έκαναν από πάντα. Βαδίζουν αργά µε συντονισµένο βήµα, ταχύτητα, αύρα. Πόσες δεκαετίες άραγε πορεύονται έτσι. Μεγάλωσαν παιδιά; Έφτασαν ποτέ στο όριο του χωρισµού και υπαναχώρησαν; Πρόδωσε ποτέ ο ένας τον άλλο και το ξεπέρασαν; Ίσως δεν διάβηκαν ποτέ την «κόκκινη» γραµµή. Ίσως ο ένας συµβιβάστηκε, ή µήπως και οι δύο;
Προχωρούν προς το εστιατόριο. Κοντοστέκονται. Εκείνος βγάζει κάποια χαρτονοµίσµατα από την τσέπη του κι εκείνη µερικά κέρµατα από το µικρό πορτοφολάκι. Κάτι λένε. Κοιτάζονται και κάνουν µεταβολή. Χάνονται στην είσοδο του µίνι µάρκετ. Ξαναβγαίνουν µε µια διάφανη σακούλα κρεµασµένη στο ένα χέρι του άντρα. ∆ιακρίνω δυο σάντουιτς τυλιγµένα µε ζελατίνα.
Μπορεί να το είχαν ξεχασµένο όνειρο να έρθουν κάποτε στη χώρα µου για καλοκαίρι.
Μπορεί να το κατάφεραν επιτέλους, µε κάποιο τρόπο τούτη τη χρονιά. Με θυσίες.
Περπατούν µε τον ίδιο αργό ρυθµό, συντονισµένοι, επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο και τα γέρικα χέρια τους πάντα σφικτά πλεγµένα. Με το κοινό κουρασµένο τους βήµα, ανεβαίνουν τα σκαλιά και χάνονται στο εσωτερικό του, πίσω από την αυτόµατη γυάλινη πόρτα εισόδου.
Φαντάζοµαι δεκαετίες πορεύονται έτσι. Προς την όποια χρονική κατεύθυνση. Προς την κάθε µάχη ζωής και κάθε δυσκολία. Ίσως γι’ αυτό άντεξαν στο χρόνο. Ίσως ταίριαζαν από την αρχή κι έµειναν µαζί για χρόνια. Με υποµονή, µε ανοχή, µε σεβασµό στην κοινή πορεία.
Στ’ αυτιά µου αντηχούν τα λόγια µιας σχεδόν αιωνόβιας γυναίκας που άκουσα κάποτε στην τηλεόραση. Σε ερώτηση δηµοσιογράφου «Πώς άντεξε ο γάµος σας γιαγιά εβδοµήντα πέντε χρόνια µε έναν άνθρωπο;»…
«Στα χρόνια µου κορίτσι µου, αν χαλούσε κάτι, το επισκευάζαµε. ∆εν το πετούσαµε στα σκουπίδια».









































































































